Skip to main content
03 09 2019 | 12:57

Η υπερφολορολόγηση του κλάδου των αλκοολούχων ποτών εμποδίζει την ανάπτυξή του

Η υπερφολορολόγηση του κλάδου των αλκοολούχων ποτών εμποδίζει την ανάπτυξή του

Σε πρόσφατη μελέτη της Infobank Hellastat A.E. αναλύεται ο εγχώριος κλάδος της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου αλκοολούχων ποτών. Σύμφωνα με τη Μαρία Θεοδοσοπούλου, Sectorial Studies Consultant, πρόκειται για ένα κλάδο που συμβάλλει σημαντικά στην ανάπτυξη της οικονομίας, προσφέροντας εισόδημα σε χιλιάδες άτομα. Επίσης, επιδεικνύει σημαντική εξωστρέφεια, καθώς μεγάλο ποσοστό των εγχώριων παραγόμενων αλκοολούχων ποτών εξάγονται σε χώρες του εξωτερικού.

Τα κυριότερα ποτά που παράγονται στην Ελλάδα είναι ούζο, τσίπουρο - τσικουδιά, μπράντι και διάφορα λικέρ. Ακόμη, παράγονται και κάποιες μικρές ποσότητες «σκληρών» οινοπνευματωδών ποτών (π.χ. ουίσκι, βότκα), οι οποίες ωστόσο είναι πολύ μικρές σε σχέση με την εγχώρια συνολική κατανάλωση, η οποία κατά κύριο λόγο καλύπτεται από εισαγωγές.

Μαρία Θεοδοσοπούλου, Sectorial Studies, Consultant της Infobank Hellastat Α.Ε.: «Η μείωση της φορολογίας θα δώσει περαιτέρω ώθηση στις εταιρείες παραγωγής και χονδρικού εμπορίου αλκοολούχων ποτών, συμβάλλοντας σημαντικά στην ανάπτυξη του κλάδου».

Την τελευταία δεκαετία, ο κλάδος των αλκοολούχων ποτών έχει δεχθεί έντονη φορολόγηση, τόσο μέσω του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), όσο και μέσω του συντελεστή Φ.Π.Α. Πιο αναλυτικά, τα αλκοολούχα ποτά υπέστησαν τέσσερις αυξήσεις στο διάστημα 2009-2010, με αποτέλεσμα ο Ε.Φ.Κ. να υπερδιπλασιαστεί. Επίσης, ο συντελεστής Φ.Π.Α. από το 2010 αυξήθηκε από το 19% στο 24%, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα.

Είναι γεγονός ότι η κλιμάκωση της φορολογίας, πέρα από τη μείωση της κατανάλωσης, προκάλεσε και κίνητρο για φοροδιαφυγή. Συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε έξαρση του λαθρεμπορίου και των διασυνοριακών εισαγωγών από όμορες χώρες, με αρκετά χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές.

Συνεπώς, κρίνεται απαραίτητο να περιοριστεί η φορολογία, ώστε να ενισχυθεί η κατανάλωση των νόμιμων προϊόντων, να τονωθούν τα δημόσια έσοδα και να βελτιωθούν οι προοπτικές βιωσιμότητας των παραγωγικών και εμπορικών επιχειρήσεων. Αναμφίβολα, με τη μείωση της φορολογίας θα επιτευχθεί και ο περιορισμός του λαθρεμπορίου, καθώς ο εγχώριος Ε.Φ.Κ. δε θα έχει τόση μεγάλη διαφορά από τους αντίστοιχους φόρους των γειτονικών χωρών.

Χρηματοοικονομική ανάλυση του κλάδου

Στη μελέτη της IBHS υπάρχει ξεχωριστή χρηματοοικονομική ανάλυση τόσο για τις παραγωγικές, όσο και για τις χονδρεμπορικές εταιρείες του κλάδου.

Στη μελέτη αναλύονται οι οικονομικές καταστάσεις 30 παραγωγικών επιχειρήσεων. Τα βασικά συμπεράσματα συνοψίζονται ως εξής:

  • Ο Κύκλος Εργασιών το 2017 αυξήθηκε κατά 3,4% στα €120,27 εκ., από €116,26 εκ. το 2016.
  • Τα ΚΠΤΦΑ μειώθηκαν κατά 6,6%, στα €20 εκ. από €21,42 εκ. και τα ΚΠΦ σημείωσαν κάμψη κατά 1,5% στα €15,94 εκ., έναντι €16,18 εκ. το 2016.
  • Τα περιθώρια EBITDA και EBT αυξήθηκαν σε 10,1% και 6% αντίστοιχα.
  • Στη μελέτη αναλύονται και οι οικονομικές καταστάσεις 60 εταιρειών χονδρικού εμπορίου. Τα βασικά συμπεράσματα συνοψίζονται ως εξής:
  • Ο Κύκλος Εργασιών το 2017 αυξήθηκε κατά 9%, αγγίζοντας τα €618,49 εκ. από €567,5 εκ. το 2016.
  • Τα ΚΠΤΦΑ μειώθηκαν κατά 11,2% στα €29,2 εκ. από €32,9 εκ. και τα ΚΠΦ σημείωσαν πτώση κατά 11,8% στα €20 εκ. από €22,67 εκ.

  • Αντίθετα, τα περιθώρια EBITDA και EBT υποχώρησαν σε 4,1% και 3% αντίστοιχα.