Skip to main content
27 10 2014 | 13:29

Χρήστος Χατζηπαναγιώτης: Έζησε σαν αγρότης για τρεις μήνες

Ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, σε μια ασυνήθιστη εξομολόγηση: η απρόσμενη πατρότητα, τα δυτικά προάστια, ο θάνατος που τον κατέβαλε και η ευτυχία που νιώθει πια καλλιεργώντας τα χωράφια του στη μεσσηνιακή Μάνη.

Θα συναντηθούμε μεταμεσονύχτια ώρα αφού οι πρόβες για το έργο «Ντόλλυ, η προξενήτρα» τον κρατούν στο θέατρο «Αλίκη» μέχρι αργά το βράδυ. Από τον περασμένο χειμώνα παίζει στο θέατρο χωρίς διακοπή, με αποτέλεσμα οι ανάσες ξεκούρασης να περιορίζονται μόνο σε κάποια διήμερα.

Συνέντευξη στο "Πρώτο Θέμα"

Μετά από τέσσερα θεατρικά δεν αισθάνεσαι κουρασμένος;

Φυσικά, αφού τα διαλείμματα διαφυγής ήταν ελάχιστα. Δεν διαμαρτύρομαι, όμως, γιατί σε μια τόσο δύσκολη για τη χώρα μας εποχή εγώ είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σε πολύ καλές δουλειές οι οποίες είχαν ανταπόκριση από τον κόσμο. Αλλωστε ξεκουράστηκα πέρυσι όταν έκανα διακοπές τρεις ολόκληρους μήνες.

Και πώς πέρασες αυτούς τους μήνες;

Πήγα στη μεσσηνιακή Μάνη στην οποία μαζί με τη Βίκυ (σ.σ.: Σταυροπούλου) χτίζουμε ένα σπίτι και γέμισα τις μπαταρίες μου έχοντας ως κύρια απασχόληση την καλλιέργεια ζαρζαβατικών και τη φροντίδα κάποιων ζώων. Φύτεψα από φασολάκια και μαρούλια μέχρι αγκινάρες, με αποτέλεσμα να γίνω εξπέρ στα αγροτικά. Ηταν ένα υπέροχο time out, καθώς το μυαλό μου ξέφυγε για μεγάλο χρονικό διάστημα από τα επαγγελματικά.

Μπορεί ένας επαγγελματίας που είναι τόσο δοσμένος στη δουλειά του να μείνει τόσο πολύ καιρό εκτός χώρου;

Aκόμη κι αν είσαι καριερίστας, μπορείς να κάνεις κάποια διαλείμματα τα οποία προσωπικά θεωρώ οξυγόνο ζωτικής σημασίας. Αρκεί εκείνη την εποχή να το αντέχεις οικονομικά. Η ευτυχία δεν σου προσφέρεται μόνο από τη δουλειά, αλλά και από την καθημερινότητα. Επέστρεψα γιατί και καλές προτάσεις υπήρχαν, και οικονομικές υποχρεώσεις τύπου χαράτσια άρχισαν να μας χτυπούν την πόρτα. Οι ηθοποιοί ζούμε σε ένα εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον καθότι τα πάντα στον χώρο μας είναι κινούμενη άμμος.

Εχεις περάσει οικονομικές δυσκολίες;

Tα πρώτα 15 χρόνια δουλειάς υπήρξαν εξαιρετικά δύσκολα. Τα χρήματα που έβγαζα ήταν λίγα και δεν έφταναν παρά μόνο για τα βασικά. Επαιρνα ένα ζευγάρι παπούτσια για όλη τη σεζόν, ενώ στο σούπερ μάρκετ πήγαινα έχοντας στα χέρια μου μια μικρή λίστα με τα απαραίτητα. Εβλεπα και επιθυμούσα πράγματα που ούτε καν τολμούσα να αγγίξω.

Σήμερα είναι πιο άνετη η ζωή σου;

Mε τόση δυστυχία που βλέπω δίπλα μου λέω «δόξα τω Θεώ, ζω άνετα», αν και είμαι λιτός στη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής. Αν έχω, θα ξοδέψω, θα βγω για φαγητό και θα πάω ένα ταξίδι. Αν δεν έχω, ζω περιορισμένα χωρίς αντιδράσεις και γκρίνιες. Είμαι συνηθισμένος και στις δύο καταστάσεις.

Παρά την επαγγελματική σου επιτυχία, όμως, δεν έφυγες από το Περιστέρι.

Το Περιστέρι το γνώρισα χάρη στη Βίκυ πριν από πολλά χρόνια. Τότε έμενα στο Παλαιό Φάληρο και ομολογώ ότι όταν πρωτοήρθα σε αυτήν την περιοχή έπαθα σοκ γιατί συνάντησα έναν τελείως διαφορετικό κόσμο, μια άλλη Ελλάδα. Στο Περιστέρι ζουν άνθρωποι που έχουν έρθει κυρίως από την επαρχία και υπάρχει η έννοια της γειτονιάς. Συναντάς γυναίκες που κάθονται στο πλατύσκαλο του σπιτιού τους, ζεστά χαμόγελα και ανθρώπους οι οποίοι θυμούνται να πουν «καλημέρα».

Με τη Βίκυ Σταυροπούλου πώς γνωριστήκατε;

Kάποιο βράδυ ένας φίλος ήρθε και με πήρε από το σπίτι λέγοντάς μου ότι θα πάμε κάπου προκειμένου να μου γνωρίσει την πιο ταλαντούχα, τρελιάρα που υπάρχει ever. Πήγαμε σε ένα μπαράκι στο Μπουρνάζι, ιδιοκτησίας του άνδρα της Βίκυς, και συναντήσαμε τη Βίκυ η οποία τότε εργαζόταν εκεί σερβίροντας και μιλώντας με τον κόσμο. Στην πρώτη γνωριμία μού φάνηκε υπερβολική. Ολη αυτή η εξωστρέφεια και η διαχυτικότητα μου φάνηκαν ένα τσουνάμι που δεν μπορούσα να διαχειριστώ.

Πότε γίνατε οικογένεια με τη Βίκυ;

Επί επτά χρόνια κάναμε στενή παρέα και κάποια στιγμή αποφασίσαμε να συγκατοικήσουμε, λόγω του ουσιαστικού ενδιαφέροντος που νιώσαμε ο ένας για τον άλλον. Βλέπω ότι έχει ταλέντο και ότι θέλει να γίνει ηθοποιός και την προετοιμάζω για τη δραματική σχολή. Η κόρη της Δανάη που μένει μαζί μας ήταν τότε μόλις 7 ετών.

Και ουσιαστικά γίνεσαι μπαμπάς της!

Η Δανάη με έκανε να νιώσω πατέρας, μια και όταν μεγαλώνεις ένα παιδί, είτε είναι δικό σου είτε όχι, μπαίνεις σε έναν τέτοιο ρόλο. Η Δανάη με άλλαξε ως άνθρωπο κάνοντάς με να αισθανθώ πρωτόγνωρα συναισθήματα. Μου έβγαλε ευαισθησίες και βίωσα πράγματα που ούτε καν μπορούσα να τα φανταστώ. Τη διάβασα, ξενύχτησα δίπλα στο προσκεφάλι της όταν ήταν άρρωστη και αναπτύξαμε μια ιδιαίτερη σχέση. Οταν μεγαλώνεις ένα παιδί, είτε θες είτε δεν θες, το πας το ταξίδι.

Μαζί σου μάλιστα έκανε και το ντεμπούτο της ως ηθοποιός.

Ναι, στο έργο «Ούτε γάτα, ούτε ζημιά». Φοιτά στο δεύτερο έτος στη θεατρική σχολή του Γιώργου Αρμένη και ο συνεργάτης μας Θοδωρής Πετρόπουλος σκέφτηκε ότι μπορεί να παίξει έναν μικρό ρόλο. Ομολογώ ότι είχα άγχος για το πώς θα την υποδεχτεί ο χώρος.

Και πώς την υποδέχτηκε;

Hταν τόσο διαθέσιμη και τόσο αποτελεσματική σε αυτό που της ζητούσα ως σκηνοθέτης που κατάφερε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να κερδίσει την αγάπη και την εκτίμηση όλων των συναδέλφων. Αυτό ήταν μεγάλη ανακούφιση για μένα, αφού είχα πρόσθετο άγχος. Είναι σημαντικό το παιδί σου να «λογάρει» σκηνικά.

Είναι δύσκολο να συνυπάρχεις στη σκηνή με εκείνον που συνυπάρχεις στο σπίτι;

Δύσκολο αλλά και ενδιαφέρον συγχρόνως.

Πέρασες κάποια εξαιρετικά οδυνηρή φάση;

Οταν ήταν άρρωστη η μητέρα μου και μετά το θέατρο έπρεπε να πηγαίνω κάθε βράδυ στο νοσοκομείο χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα για να της απαλύνω τον πόνο. Υπήρξε αγωνία, κούραση και θλίψη. Εκεί αντιλήφθηκα το πόσο μικροί είμαστε μπροστά στα παιχνίδια της ζωής. Ηταν κομβικό το σημείο, καθώς ήρθα αντιμέτωπος με την αλήθεια της ζωής. Συνειδητοποίησα ότι αφήνουμε την ευτυχία να φύγει, αναλώνοντας τον εαυτό μας σε πράγματα άνευ σημασίας και χάνοντας απανωτές στιγμές ευτυχίας.

Στο φετινό θεατρικό σου «Ντόλλυ, η προξενήτρα» σε σκηνοθετεί ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Μου κάνει εντύπωση για τη νοοτροπία του χώρου σου το γεγονός ότι, παρότι σκηνοθετείς ο ίδιος, επέτρεψες να σε σκηνοθετήσει κάποιος άλλος.

Ο Κωνσταντίνος μου αρέσει γιατί είναι ένας άνθρωπος με άποψη, καλλιέργεια και χιούμορ. Η χαρά της δουλειάς μας δεν είναι τίποτε άλλο από συνευρέσεις με ανθρώπους προικισμένους με τους οποίους μοιράζεσαι πράγματα. Εγώ αυτό δεν θα το στερήσω ποτέ από τον εαυτό μου για χάρη κάποιων φτηνών εγωισμών.

Οι Ελληνες, όμως, δεν βουλιάζουμε μέσα στη μικρότητά μας;

Ισχύει αυτό που λες. Εχουμε μάθει να προβάλλουμε τον εγωισμό της μονάδας και όχι το καλό του συνόλου, άσχετα αν όλοι μαζί μπορούμε να τα καταφέρουμε καλύτερα. Υπάρχουν όμως και κάποιοι Ελληνες που έχουν μάθει να χειρίζονται τα πράγματα διαφορετικά.

Δύσκολα, πάντως, έρχεσαι σε επαγγελματική ρήξη.

Κάνεις λάθος. Και σε κόντρες και σε επαγγελματικές ρήξεις έχω έρθει και συνεργασίες έχω σπάσει, απλά δεν βγήκα να το κάνω βούκινο, γιατί είμαι της άποψης τα εν οίκω μη εν δήμω. Δεν μου αρέσουν οι προστριβές, κάποιες φορές όμως είναι αναπόφευκτες. Οταν, για παράδειγμα, μετά από τρία χρόνια επιτυχίας τα έσπασε η ομάδα του θεάτρου «Αποθήκη» τραβώντας ο καθένας τον δρόμο του, ήταν κάτι οδυνηρό και άσχημο για όλους μας. Δεν μας άξιζε μια τέτοια συνέχεια, αν και νομοτελειακά η συγκεκριμένη ομάδα μπορεί να είχε κάνει τον κύκλο της.