Skip to main content
07 02 2020 | 13:28

Ο μεταρρυθμιστής υπουργός Οικονομικών που κατάργησε την πανσπερμία των αγροτικών φόρων στην Ελλάδα

Ο μεταρρυθμιστής υπουργός Οικονομικών που κατάργησε την πανσπερμία των αγροτικών φόρων στην Ελλάδα

Ένα από τα σχεδόν άγνωστα μέτρα της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων υπήρξε η φορολογική μεταρρύθμιση την οποία επέβαλε στις αρχές του 1919. Υπουργός Οικονομικών και εισηγητής της μεταρρύθμισης ήταν ο Μιλτιάδης Νεγρεπόντης (1873-1951), γόνος πλούσιας οικογένειας, υποστηρικτής του αθλητισμού και νεωτεριστής. Σε αυτόν είχε εμπιστευτεί ο Βενιζέλος την οικονομική πολιτική της «Τριανδρίας» (1916-1917). Πράγματι, ο Νεγρεπόντης κατόρθωσε, χωρίς νόμισμα και τακτικά έσοδα, να διαχειριστεί την κατάσταση στους περίπου εννέα μήνες που έζησε το περίφημο «κράτος της Θεσσαλονίκης» και να λάβει ρηξικέλευθα μέτρα. Ετσι ο μετέπειτα διορισμός του ως υπουργού Οικονομικών αποτελούσε λογική συνέχεια

Στις αρχές του 1919 η Ελλάδα βρισκόταν μπροστά σε δημοσιονομικό αδιέξοδο και η αύξηση της φορολογίας ήταν αναπότρεπτη. Αντί όμως για μια γενική αύξηση των φόρων, ο Νεγρεπόντης μεταρρύθμισε το σύστημα της άμεσης φορολογίας με τρεις μεθόδους. Η πρώτη ήταν να συλλάβει επαγγελματικές δραστηριότητες που δεν υπήρχαν προηγουμένως ή που δεν είχαν εμφανιστεί μέχρι τότε αυτοτελώς. Η δεύτερη ήταν να καταργήσει τις ποικίλες μορφές αγροτικών φόρων που ίσχυαν ανά περιοχή και να καθιερώσει μια ενιαία μορφή φορολογίας σε πανελλαδική κλίμακα. Η τρίτη ήταν να επιβάλει φορολογία εισοδήματος ανάλογα με την πηγή (ένα σύστημα που θυμίζει το σημερινό). Αξίζει να σημειωθεί ότι η φορολογία εισοδήματος αποτελούσε ακόμη νεωτερισμό σε διεθνές επίπεδο και στην Ελλάδα είχε καθιερωθεί μόλις το 1909 (με ελάχιστους συντελεστές). Ετσι τα μέτρα του Νεγρεπόντη είχαν τη μορφή εκσυγχρονισμού και όχι αυξήσεων των φόρων. Ωστόσο, το πρακτικό αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της φορολογίας, γεγονός που προκάλεσε δυσαρέσκεια, επειδή έγινε σε περίοδο ανόδου των τιμών, μειώνοντας ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων.

Υπενθυμίζεται ότι το 1919 λειτουργούσε η «αναστημένη» Βουλή των εκλογών του Μαΐου 1915 και ότι οι περισσότεροι πολιτικοί που είχαν υποστηρίξει την ουδετερότητα και τον βασιλιά Κωνσταντίνο βρίσκονταν στην εξορία ή στη φυλακή. Οι αντιπολιτευόμενοι ήταν ελάχιστοι στο Κοινοβούλιο. Οι αντιδράσεις προήλθαν κυρίως από βουλευτές των Φιλελευθέρων, οι οποίοι ήταν οι δέκτες των διαμαρτυριών των φορολογουμένων. Τις είχαν καταστήσει εντονότερες η ταυτόχρονη καθιέρωση της φορολογίας κληρονομιών και υπεραξίας των ακινήτων (Νόμοι 1641 και 1642 του Νεγρεπόντη).

Η πανσπερμία των αγροτικών φόρων

Στον αγροτικό τομέα ίσχυαν διαφορετικοί φόροι σε κάθε περιοχή. Η Μακεδονία, η Ηπειρος και τα νησιά του Αιγαίου πλήρωναν τον κτηματικό φόρο που είχε θεσπίσει το οθωμανικό κράτος. Στην Κρήτη ίσχυε ιδιαίτερος φόρος για τα οπωρικά και τα λαχανικά, καθώς και φόρος επί οικοδομών και αγροτικών ενοικίων, που είχε θεσπίσει η Κρητική Πολιτεία. Ισχυαν επίσης ιδιαίτερα τελωνειακά τέλη για τα μεταφερόμενα τοπικά προϊόντα. Στην παλαιά Ελλάδα ίσχυε φορολογία επί των αροτριώντων κτηνών, ανάλογα δηλαδή με τα ζώα που χρησιμοποιούνταν για την άροση των χωραφιών. Σε ορισμένα νησιά (Ανδρος, Νάξος, Σκόπελος), στην Ερμιονίδα και την Τροιζηνία ίσχυε ειδικός τελωνειακός φόρος για εσπεριδοειδή και οπωροφόρα δέντρα. Στη Σάμο ίσχυε τελωνειακή φορολογία στα μεταφερόμενα φυσικά προϊόντα του νησιού, την οποία είχε θεσπίσει η Σαμιακή Ηγεμονία. Στα Επτάνησα είχε διατηρηθεί έγγειος φόρος στον σταφιδόκαρπο από τον καιρό της Ιονίου Πολιτείας. Ειδικούς έγγειους φόρους είχε και η Μάνη. Ολοι αυτοί οι φόροι, που αντιστοιχούσαν σε μεγάλο βαθμό στο τοπικό έθιμο, καταργήθηκαν με τον νόμο 1640 του Νεγρεπόντη.

Σε ό,τι αφορά τα αστικά επαγγέλματα, το σύστημα ήταν απλοϊκό και σχετικώς δίκαιο. Τα επαγγέλματα ήταν χωρισμένα σε κατηγορίες και σε κάθε κατηγορία αντιστοιχούσε ένας συγκεκριμένος φόρος («φόρος επιτηδεύματος»), που πρακτικά συμψηφιζόταν με τον φόρο εισοδήματος και διαφοριζόταν ανάλογα με το επάγγελμα αλλά και με το μέγεθος της πόλης. Ενας γιατρός, λ.χ., στην Αθήνα πλήρωνε περισσότερα από έναν συνάδελφό του σε επαρχιακή πόλη, με το σκεπτικό ότι είχε μεγαλύτερη πελατεία. Καθώς τα επαγγέλματα απαξιώνονταν ή εμφανίζονταν νέα, κρίθηκαν αναγκαίες οι περιοδικές αλλαγές του φόρου επιτηδεύματος.

Με τον νόμο 1638 του Νεγρεπόντη στον κατάλογο προστέθηκαν «νέα επιτηδεύματα», όπως κατασκευαστής «απλών σακουλών εκ χάρτου», κατασκευαστής «πωμάτων εκ φελλού», «ιδιοκτήτης χρησιμοποιών γραφομηχανάς προς εκμάθησιν της χρήσεως και προς αντιγραφήν χειρογράφων», κατασκευαστής στηθοδέσμων ή κηλεπιδέσμων, κατασκευαστής πλεκτών επίπλων, καφεκόπτης δι’ ηλεκτρισμού, κατασκευαστής τεχνητών οδόντων, έμπορος ή επ’ ενοικίω χορηγητής φωνογράφων και πλακών αυτών και άλλων μουσικών οργάνων πλην κλειδοκυμβάλων. Οι πωλητές των τελευταίων κατατάσσονταν σε άλλη κατηγορία. Τέλος, καταγράφεται ως νέο επιτήδευμα και ο «ενοικιαστής κινηματογραφικών ταινιών», δηλαδή τα κινηματογραφικά γραφεία εκμετάλλευσης, που κατατάχθηκαν στην ίδια κατηγορία με τους εμπόρους χειρουργικών εργαλείων και τους πωλητές βενζίνης.

Αναλογικός φόρος εισοδήματος

Με τον νόμο 1640 καθιερώθηκε διπλός φόρος εισοδήματος. Πρώτα υπολογιζόταν ο αναλυτικός φόρος στην καθαρή πρόσοδο από κάθε πηγή. Στη συνέχεια υπολογιζόταν συνθετικός συμπληρωματικός φόρος στην καθαρή πρόσοδο από το σύνολο των πηγών. Ο νόμος προέβλεπε αφορολόγητο όριο 1.800 δραχμών τον χρόνο για μισθωτούς (εξαιρώντας έτσι τους μικροϋπαλλήλους), 1.200 δραχμών για επιχειρηματίες και επαγγελματίες -που αυξανόταν ανάλογα με τον αριθμό προστατευμένων μελών- και 2.000 δραχμές για τον συνθετικό φόρο αν προερχόταν μόνον από οικοδομές, γαίες και κινητές αξίες. Πολύ υψηλά αφορολόγητα όρια τέθηκαν για τους αναπήρους πολέμου. Σημαντικές εκπτώσεις (37,5% επί των μισθωμάτων) ίσχυαν και για τα εισοδήματα από οικοδομές).

Για τις επιχειρήσεις ο φορολογικός συντελεστής ήταν 6% επί του καθαρού κέρδους, μετά την εφαρμογή εκπτώσεων 50% μέχρι 5.000 δραχμές και 25% μέχρι 10.000 δραχμές. Στις εταιρείες φορολογούνταν μόνον τα διανεμόμενα μερίσματα και όχι τα κέρδη. Στην περίπτωση των γεωργικών επιχειρήσεων, ο φόρος προσαυξανόταν κατά 25% αν ο «εκμεταλλευόμενος ιδιοκτήτης, νομεύς, επιφανειούχος ή μισθωτής διενεργεί την εκμετάλλευσιν δι’ αντιπροσώπου, αυτός μετά της οικογενείας του απουσιάζων υπέρ το έτος εξ Ελλάδος».

Ειδική φορολογική απαλλαγή προβλεπόταν για την καλλιέργεια χέρσων γαιών. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η διάταξη ότι αν ο επιχειρηματίας δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το πραγματικό καθαρό κέρδος, μπορούσε απλώς να δηλώσει τα ακαθάριστα έσοδα, οπότε η φορολογία υπολογιζόταν με βάση προδιαγεγραμμένους συντελεστές κατά κατηγορία επιχειρήσεων. Τέλος, στους μισθωτούς ο συντελεστής ήταν 4%, με έκπτωση 50% μέχρι 400 δραχμές μηνιαίως και 25% από 401 μέχρι 800, ενώ στα ημερομίσθια ο συντελεστής ήταν μόλις 1%.

Σύνθετος συμπληρωματικός φόρος

Ο συνθετικός συμπληρωματικός φόρος ανερχόταν σε 5% και υπολογιζόταν αφού γίνονταν εκπτώσεις ισόποσες με εκείνες των επιχειρηματιών. Υπήρχε και ένας πρόσθετος φόρος 10% για το ποσό που ξεπερνούσε τις 100.000 δραχμές. Αυτό όμως ήταν ένα μυθώδες ποσόν και αφορούσε ελαχίστους. Αν τα παραπάνω εφαρμόζονταν σε ένα εύπορο άτομο με ετήσιο εισόδημα 10.000 δραχμών, ο τελικός φόρος (αναλυτικός και συνθετικός) θα ήταν ίσος με 605 δραχμές, που θα μειωνόταν σε περίπου 400 αν είχε σύζυγο και τρία παιδιά, όπως ήταν ο κανόνας. Σήμερα μας φαίνεται ασήμαντος, αλλά σε σύγκριση με τα έως τότε ισχύοντα αντιστοιχούσε σχεδόν με τριπλασιασμό.

Η ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές της 1-1-1920, παρά την επέκταση της Ελλάδας, ορθώς αποδίδεται στην κόπωση του ελληνικού λαού έπειτα από μία δεκαετία επιστράτευσης. Ωστόσο και άλλοι παράγοντες διαδραμάτισαν τον ρόλο τους και ένας από αυτούς -ίσως ο λιγότερο γνωστός- υπήρξε η φορολογική μεταρρύθμιση, που έπληξε κυρίως τα κοινωνικά μεσοστρώματα.

Πηγή: ethnos.gr

Στη φωτογραφία εικονίζεται η Ολυμπιακή Επιτροπή του 1906 με τον Μιλτιάδη Νεγροπόντη πρώτο από αριστερά