Skip to main content
22 02 2017 | 11:30
της Λεμονιάς Σταματουλάκη
της Λεμονιάς Σταματουλάκη

Μνήμες από τα χρόνια της μαστίχας

Γεννήθηκα σ’ ένα μαστιχοχώρι της Νότιας Χίου. Ο πατέρας μου ήταν μεγάλος μαστιχοπαραγωγός  και από μικρό παιδί έμαθα  όλα όσα σχετίζονται με το μαστιχόδενδρο και την  παραγωγή της μαστίχας.

Στη  μνήμη μου διατηρώ ακόμα ζωντανή όλη τη μαγεία της καλλιέργειας αυτού του ευλογημένου δένδρου.

Ξεκινώ από την αμφίεση… μαντήλι ή τουλουπάνι στο κεφάλι για να μην κολλάνε τα μαλλιά  από τη χλωρή μαστίχα που έσταζε, χερόφτριες  στα χέρια, που τις έπλεκε η γιαγιά μου από ξασμένο μαλλί προβάτου, πουκαμίσα φαρδιά πάνω από παλιά ρούχα και μακριά τσιγγάνικη φούστα σε σταχτί χρώμα για άνεση κινήσεων, κάλτσα χοντρή και πλαστικό φτηνό παπούτσι. 

Αμφίεση καρναβαλιού αλλά άκρως απαραίτητη, γιατί ότι ρούχα και να φορέσεις στους σκίνους θα γίνουν άχρηστα. Κολλάει  η μαστίχα στο ρούχο και δε βγαίνει με τίποτα.

Και συνεχίζω με το μέσο μεταφοράς τα γαϊδουράκια, μουλάρια ή αλογάκια. Θυμάμαι το αλογάκι της θείας Βιργινίας, άσπρο και ωραίο αλλά επικίνδυνο γιατί κάλπαζε  και μια φορά έπεσα κάτω ευτυχώς χωρίς να πάθω κάποιο κάταγμα, αλλά το απομυθοποίησα αμέσως και έκτοτε μου αρκούσε να κάθομαι στα ξεκάπουλα του γαιδάρου κάπως άβολα βέβαια γιατί γλίστραγα και στις ανηφοριές έπρεπε να κρατάω γερά το σαμάρι για να μη βρεθώ στο δρόμο.

Παρόλα αυτά ήταν μαγευτική αυτή η πορεία, άνθρωποι και ζώα σε κοινό αγώνα. Ξεκινούσαμε πολύ πρωί και έβλεπες τον ήλιο ν’ ανατέλλει μέσα από τη θάλασσα και το τοπίο ήταν τόσο ωραίο, τόσα χρώματα, τόση ομορφιά που ονειροπολούσα διαρκώς νοιώθοντας την ανάσα του ζώου και το ρυθμικό ποδοβολητό του και ταξίδευε ο νους μου μέχρι που να φτάσουμε για να προσγειωθώ στην σκληρή πραγματικότητα γιατί η δουλειά ήταν σκληρή και δύσκολη.

Eμείς  τα παιδιά βοηθούσαμε στο σκούπισμα. Μας έδιναν μια  αυτοσχέδια σκούπα από αθρίμπα  και έπρεπε να σκουπίσουμε το τραπέζι του σκίνου  που είχε δημιουργηθεί σε προηγούμενη φάση από τους μεγάλους με την άμια, και μετά να το ασπροχωματίσουμε με άσπρο υγρό και βαρύ χώμα που είχαμε εξορύξει από την ασπροχωματιά.

Γιατί μόνο πάνω σ’ αυτό το χώμα θα μπορούσε να στεγνώσει η  μαστίχα  χωρίς να χαλάσει. Και αφού  απλώναμε το άσπρο χώμα γύρω από τον κορμό του δέντρου σαν άσπρο κεντητό τραπεζομάντηλο,   είμαστε έτοιμοι να περάσουμε στην επόμενη εργασία που είναι και η πιο σπουδαία, το κέντος.  Το κέντημα του σκίνου με το κεντητήρι, ένα αιχμηρό σιδερένιο εργαλείο με  ξύλινη λαβή, για να τρέξει η  μαστίχα.

Βέβαια το κέντος θέλει τέχνη, πρέπει να ξεφλουδίζεις τη φλέβα στον κορμό του δένδρου όσο πρέπει, ούτε πολύ βαθιά ούτε πολύ επιφανειακά και χωρίς να χτυπάς τα χέρια σου.

Εγώ δεν τα κατάφερνα, μάτωνα τα χέρια μου, πόναγα, δυσανασχετούσα και μια φορά θυμάμαι ο πατέρας μου,  μου έδωσε ένα μικρό πριονάκι να τραβάω μια μαλακή πριονιά κατά διαστήματα στις φλέβες του δένδρου.   Ευκολότερο, αλλά έδινα στόχο  όταν δεν πριόνιζα.

Έτσι ο πατέρας μου φώναζε αραιά και πού « δεν ακούω το πριονάκι» και  από τη μια αισθανόμουνα ντροπή για το χαμηλό της απόδοσής μου, από την  άλλη  σκεπτόμουνα μήπως ήταν προτιμότερο το κεντητήρι  που είναι αθόρυβο.

Αλλά  είτε έτσι είτε αλλιώς τα πράγματα ήταν δύσκολα και έτσι έβαζα το μυαλό μου να δουλέψει και προσπαθούσα να βρω τρόπους  για να διευκολύνω την καλλιέργεια. Ονειρευόμουνα λοιπόν την κατασκευή ενός  κεντητηριού με μπαταρία που θα είχε ένα διακόπτη θα τον πάταγες και αυτόματα θα κεντούσε χωρίς να χρειαστεί να καταβάλεις κόπο.

Το είπα στον πατέρα μου μια μέρα και μου λέει «άστο  παιδί μου, άλλος το σκέφτηκε  πριν από σένα ( εννοώντας τον εαυτό του) και δεν έγινε τίποτα, κέντα λοιπόν και μη μιλάς».

Και κεντώντας έτρεχε ο χυμός από τις ευλογημένες φλέβες και απλωνόταν στο ασπροχωματισμένο τραπέζι και γινόταν μεγάλος σαν πίτα που στέγνωνε στον ήλιο και μετά από κάνα –δυο μήνες  ξεραινόταν  και ερχόταν η πιο ωραία ώρα για τους μαστιχοπαραγωγούς.

Το μάζεμα της πίτας. Το δύσκολο εδώ ήταν το πρωινό ξύπνημα. Δυο ώρες πριν χαράξει έπρεπε να είμαστε στο χωράφι  για να μη δει το μαστίχι ο ήλιος και το μαλακώσει και το κάνει μέλι και άντε μετά να το μαζέψεις. Με ένα πρωτόγονο εργαλείο το τιμητήρι ξεκολλούσαμε το μαστίχι από το χώμα και το τοποθετούσαμε σε ψάθινα καλαθάκια ή ξύλινα κασάκια ή κούτες  από σκληρό χαρτί και το μεταφέραμε προτού φέξει ο ήλιος σε δροσερό ανήλιο  κατώγι.

Και  η συλλογή ολοκληρωνόταν με την κεντιά, δηλαδή το μάζεμα του ψιλού μαστιχιού πάνω από τον κορμό και κάτω στο τραπέζι του σχίνου. Με το τιμητήρι ή μια μικρή αυτοσχέδια συρμάτινη σκούπα ρίχναμε τα μαστίχια που κρέμονταν σαν δάκρυα ή σαν μικροί σταλαγμίτες από τον κορμό στο τραπέζι, τα σκουπίζαμε κάναμε ένα σωρό από χώμα, μαστίχι , πελεκούδες και φύλλα τα κοσκινίζαμε για να φύγει το πολύ χώμα και ότι απομένει στο τσουβάλι.

Και όλα αυτά, πάνε για καθάρισμα. Αυτό το έκαναν οι μεγάλοι που ήξεραν.

Τα  κοσκίνιζαν με το δρομώνι για να απομακρύνουν τα μεγάλα φύλλα και τις  πελεκούδες,  τα έπλεναν με νερό ή στη θάλασσα για να φύγει το χώμα και μετά τα άπλωναν πάνω σε σεντόνια για να στεγνώσουν. Μετά τα ταχτάριζαν με ένα κόσκινο με μικρές τρύπες , τον ταχτά, για να φύγουν τα μικρά σκουπιδάκια  και να μείνει  μόνο του το ψιλό μαστίχι.                         

Και στο τέλος άρχιζε το πάστρεμα, το καθάρισμα του μαστιχιού.

Τι όμορφο που ήταν το πάστρεμα. Γυναίκες μαζεμένες γύρω από το σινί να καθαρίζουν με μαχαιράκι τις πέτρες, τα φύλλα τα  σκουπιδάκια  που είχαν κολλήσει πάνω στο μαστίχι. Θυμάμαι… Τι ομορφιά τι ζεστασιά στο σπίτι της γιαγιάς, βεγγέρα ολόκληρη η γειτονιά, να μοσχοβολούν τα χέρια, τα κεράσματα να πηγαινοέρχονται, αστεία, γέλια αφηγήσεις  κουτσομπολιό.  

Μια ατμόσφαιρα αγάπης και ζεστασιάς που δεν υπάρχει  παρά μόνο στη μνήμη  μας. Τα θυμάμαι σαν όνειρο και συγκινούμαι...

Είναι όμορφο να τα θυμάσαι  αλλά δύσκολο να τα ζεις στην καθημερινότητά σου. ΄Ετσι δικαιολογώ τον εκλιπόντα παππού μου που  κούναγε το κεφάλι και με περίσσια σοφία έλεγε «Αλίμονο παιδί μου, αυτή η δουλειά δεν πληρώνεται».

Πηγή: politischios.gr