Skip to main content
29 10 2018 | 09:24

Απ' το σκάνδαλο του καλαμποκιού στον Κοσκωτά, τον Άκη και τον Γιάννο

Απ' το σκάνδαλο του καλαμποκιού στον Κοσκωτά, τον Άκη και τον Γιάννο

Μπορεί για τους περισσότερους Έλληνες το «σκάνδαλο Κοσκωτά» να είναι αυτό που έφερε για πρώτη φορά πρώην υπουργούς ενώπιον της Δικαιοσύνης και να οδήγησε σε φυλακίσεις ή προφυλακίσεις κάποιων από αυτούς, όμως ένα άλλο σκάνδαλο, λιγότερο γνωστό πλέον στους νεώτερους, ήταν αυτό που κόστισε την προσωπική ελευθερία σε μέλος μεταπολιτευτικής κυβέρνησης.

Το αποκαλούμενο «σκάνδαλο του καλαμποκιού» ήταν η πρώτη υπόθεση, από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και μετά, που οδήγησε σε φυλάκιση υπουργού και συγκεκριμένα του τότε αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών Νικολάου Αθανασόπουλου.

Όλα ξεκίνησαν στις 8 Μαΐου 1986, όταν το φορτηγό πλοίο «Αλφονσίνα» κατέπλευσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης φορτωμένο με 9.000 τόνους αραβοσίτου (καλαμποκιού), προερχόμενο από το Κόπερ της Γιουγκοσλαβίας. Το πλοίο παρέμεινε στη ράδα του λιμανιού και εφοδιάστηκε, όπως αποδείχθηκε αργότερα με πλαστά έγγραφα, που έδειχναν ότι το καλαμπόκι είχε φορτωθεί στην Καβάλα και άρα ήταν ελληνικής προέλευσης και όχι γιουγκοσλαβικής, όπως ήταν στην πραγματικότητα. Οι εμπλεκόμενοι στη συναλλαγή, με την ενέργεια αυτή, βαφτίζοντας το καλαμπόκι ελληνικό, θα απέφευγαν την πληρωμή της αντισταθμιστικής εισφοράς, ύψους 182 εκατομμυρίων δραχμών και επιπροσθέτως θα επωφελούντο από την υψηλή τιμή της πώλησης και την καταβολή κοινοτικών επιδοτήσεων. Άμεσα ζημιωμένη, όπως είναι προφανές, θα ήταν η τότε ΕΟΚ (σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση).

Δικαιούχος του φορτίου ήταν η ελληνική κρατική εταιρεία ITCO, της οποίας επικεφαλής ήταν το στέλεχος του Κινήματος Σούλης Αποστολόπουλος. Η «Διεθνής Εταιρεία Διεθνούς Εμπορίου ITCO A.E», όπως ήταν η εμπορική της επωνυμία, ήταν μία από τις κρατικές εμπορικές εταιρείες που είχαν ιδρυθεί επί ΠΑΣΟΚ (ΠΡΟΜΕΤ, ΑΓΡΕΞ κ.ά.), με σκοπό να ασκούν παρεμβατικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών στην αγορά, αλλά γρήγορα ξέφυγαν του σκοπού τους και εξελίχθηκαν σε εκτροφεία σκανδάλων. Η περί ου ο λόγος ITCO λίγες ημέρες αργότερα πούλησε το επίμαχο φορτίο του καλαμποκιού στην ελβετική εταιρεία Granomar, συμφερόντων του Θεόδωρου (Ντόρη για τους φίλους του) Μαργέλλου, ενός επιχειρηματία με διασυνδέσεις στο χώρο του ΠΑΣΟΚ. Η τελευταία με τη σειρά της το μεταπώλησε ως ελληνικό σε βελγική εταιρεία.

Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα στις Βρυξέλλες, προφανώς ύστερα από καταγγελία, και στις 17 Αυγούστου κλιμάκιο της ΕΟΚ κατέφθασε στην Ελλάδα για να ελέγξει το βάσιμο της συναλλαγής. Οι ελληνικές αρχές διαβεβαίωσαν τους κοινοτικούς ελεγκτές ότι το καλαμπόκι ήταν ελληνικό, αλλά παράλληλα φρόντισαν να πλαστογραφήσουν μία σειρά από έγγραφα για να τους παραπλανήσουν. Όλες οι ενέργειες ήταν εν γνώσει του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Νίκου Αθανασόπουλου (γ. 1923), ενός πολιτικού από το πολυάριθμο «αρκαδικό λόμπι» του ΠΑΣΟΚ, προερχόμενου από τον εισαγγελικό κλάδο. Στην ιστορία θα μείνει για την ατάκα, που του αποδίδεται, «όταν εμείς οι Έλληνες χτίζαμε Παρθενώνες, εσείς οι βάρβαροι τρώγατε βελανίδια», που απηύθυνε σε Βέλγο αξιωματούχο της τότε ΕΟΚ.

Τον Οκτώβριο του 1986 το θέμα έφτασε στη Βουλή με επερώτηση που κατέθεσε η Νέα Δημοκρατία δια του βουλευτού Γεωργίου Παναγιωτόπουλου. Απαντώντας ο τότε υφυπουργός Εμπορίου Χρήστος Φωτίου, διαβεβαίωσε τον επερωτώντα βουλευτή ότι μετά από έλεγχο που πραγματοποίησε, δεν προέκυψε κάποια εγκληματική πράξη και πρόσθεσε ότι τα όσα καταγγέλλονται είναι συκοφαντίες. Τον αποστόμωσε, μάλιστα, με τη χαρακτηριστική φράση «Τι είναι αυτά που μας λέτε κύριε Παναγιωτόπουλε; Εμείς είμαστε Κίνημα, δεν είμαστε κόμμα, αυτά που μας λέτε για λαθρεμπόρια και για νοθείες είναι του παρελθόντος».

Τον Νοέμβριο του 1986, η ελληνική Δικαιοσύνη επιλαμβάνεται της υπόθεσης, ύστερα από μήνυση αλλοδαπής εταιρείας. Η Κομισιόν από την πλευρά της πιέζει τη χώρα μας να της δώσει εξηγήσεις για το διαφαινόμενο σκάνδαλο. Η ελληνική κυβέρνηση δια στόματος του Υπουργού Εξωτερικών και μετέπειτα Προέδρου της Δημοκρατίας, Κάρολου Παπούλια, αρνείται και τότε η Κομισιόν προσφεύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εναντίον της Ελλάδας. Η χώρα μας δεν παρέστη στη διαδικασία και στις 9 Μαΐου 1989 δικάσθηκε ερήμην και καταδικάστηκε. Η ζημιά για το ελληνικό κράτος ανήλθε σε 600.000.000 δραχμές.

Στις 2 Ιουλίου 1989 σχηματίστηκε η κυβέρνηση Τζανετάκη με τη σύμπραξη Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού για να οδηγήσει τη χώρα στην «Κάθαρση» από τα σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 7 Ιουλίου, 144 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας κατέθεσαν πρόταση για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής κατά του τέως αναπληρωτή Οικονομικών Νίκου Αθανασόπουλου για τη ζημιά που προκάλεσε στο ελληνικό δημόσιο η υπόθεση του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού. Η πρόταση υπερψηφίστηκε στις 12 Ιουλίου με ψήφους 170 (ΝΔ και Συνασπισμός), 1 κατά και 1 λευκό. Το ΠΑΣΟΚ απείχε της ψηφοφορίας, αλλά συμμετείχε στις διαδικασίες της προανακριτικής επιτροπής, που συγκροτήθηκε ύστερα από 15 ημέρες.

Στις 23 Αυγούστου 1989 η ολομέλεια της Βουλής συζήτησε το πόρισμα της προανακριτικής επιτροπής και αποφάσισε με ψήφους 170 (ΝΔ και Συνασπισμός) έναντι 118 (ΠΑΣΟΚ) την παραπομπή του Νίκου Αθανασόπουλου ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου (Υπουργοδικείο), με τις κατηγορίες της ηθικής αυτουργίας σε έκδοση ψευδών βεβαιώσεων, πλαστογραφίας και συνέργειας σε πλαστογραφία. Επίσης, αποφάσισε τη συνεκδίκαση της υπόθεσης για τους συμμετόχους μη πολιτικούς. Στην απολογία του ενώπιον της Βουλής, ο Νίκος Αθανασόπουλος ομολόγησε ότι αποφάσισε τη συγκάλυψη του σκανδάλου, μαζί με άλλους συναδέλφους του, τους οποίους δεν κατονόμασε, για λόγους εθνικού συμφέροντος. Σε παρέμβασή του, ο πρώην υπουργός Άκης Τσοχατζόπουλος υπογράμμισε ότι η όλη υπόθεση του καλαμποκιού «βγήκε στον αέρα» από τον ανταγωνισμό των πολυεθνικών εταιρειών, που έχουν συμφέροντα στη διακίνησή του. Στις 11 Ιανουαρίου 1990 προφυλακίστηκε ο πρώην πρόεδρος της ITCO Σούλης Αποστολόπουλος και ακολούθησε στις 19 Φεβρουαρίου 1990 ο Νίκος Αθανασόπουλος.

Η δίκη ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου υπό την προεδρία του Προέδρου του Αρείου Πάγου και μετέπειτα υπηρεσιακού πρωθυπουργού Ιωάννη Γρίβα άρχισε το πρωί της 28ης Μαΐου 1990. Στο εδώλιο του κατηγορούμενου κάθησαν οι:

  • Νίκος Αθανασόπουλος, τέως υπουργός Οικονομικών.
  • Σούλης Αποστολόπουλος, τέως πρόεδρος της ITCO.
  • Δημοσθένης Δελχανίδης, πρώην διευθυντής πωλήσεων της ITCO.
  • Θεόδωρος Αναγνωστόπουλος, πρώην διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών.
  • Γεώργιος Ράλλης, πρώην διευθυντής του Τελωνείου Καβάλας.
  • Ευστράτιος Γιαννάκος, πρώην προϊστάμενος του Τελωνείου Θεσσαλονίκης.
  • Σάββας Κοσμίδης, πρώην διευθυντής του Τελωνείου Καβάλας.

Το Δημόσιο παρέστη ως πολιτική αγωγή για το ποσό των 286.206.640 δραχμών, όση ήταν η βλάβη που υπέστη. Την κατηγορία εκ μέρους της Βουλής υποστήριξαν οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας Αναστάσιος Καραμάριος και Κώστας Σαψάλης και ο βουλευτής του Συνασπισμού (προερχόμενος από το ΚΚΕ) Αντώνης Σκυλλάκος.

Μετά από ακροαματική διαδικασία δυόμισι μηνών και 54 συνεδριάσεις, το Ειδικό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στις 11 Αυγούστου 1990. Στους έξι από τους επτά κατηγορουμένους (ο Δημοσθένης Δελχανίδης αθωώθηκε παμψηφεί) επέβαλε τις κάτωθι ποινές:

  • Νίκο Αθανασόπουλο, φυλάκιση 3 ετών και 6 μηνών.
  • Σούλη Αποστολόπουλο, φυλάκιση 3 ετών και 8 μηνών.
  • Θεόδωρο Αναγνωστόπουλο, φυλάκιση 16 μηνών με τριετή αναστολή.
  • Γεώργιο Ράλλη, φυλάκιση 12 μηνών με τριετή αναστολή.
  • Ευστράτιο Γιαννάκο, φυλάκιση 14 μηνών με τριετή αναστολή.
  • Σάββα Κοσμίδη, φυλάκιση 10 μηνών με τριετή αναστολή.

Από νωρίς το πρωί έξω από το Μέγαρο του Αρείου Πάγου, όπου διεξαγόταν η δίκη, είχε συγκεντρωθεί πλήθος οπαδών του ΠΑΣΟΚ. Μόλις τους ανακοινώθηκε η ετυμηγορία του δικαστηρίου, εξέφρασαν την αποδοκιμασία τους κραυγάζοντες «Αίσχος, Αίσχος!», ενώ στη συνέχεια τραγούδησαν το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» κι έψαλλαν τον Εθνικό Ύμνο.

Παρά την καταδίκη του, ο 67χρονος τότε Αθανασόπουλος επέστρεψε δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο. Για τον μέσο οπαδό του ΠΑΣΟΚ ήταν ένας ήρωας, που τον εκδικήθηκε η Δεξιά. Άλλωστε και ο ίδιος ο Αθανασόπουλος είχε τονίσει παλαιότερα ότι ο λόγος της παραπομπής του ήταν το μεγάλο μίσος που έτρεφε εναντίον του η Δεξιά και προσωπικά ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, επειδή ως εισαγγελικός είχε πρωταγωνιστήσει στο ξήλωμα του παρακράτους μετά τη δολοφονία Λαμπράκη. Τον Σεπτέμβριο του 1990, αν και εξέτιε την ποινή φυλάκισής του, εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ στο 2ο Συνέδριο του κινήματος. Στις εκλογές του 1993, με τις οποίες επανήλθε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, εξελέγη πανηγυρικά βουλευτής της Β' Αθηνών με 116.474 σταυρούς. Στις 17 Ιανουαρίου του 1994, η Βουλή με πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ του απένειμε χάρη, ρίχνοντας την αυλαία στο σκάνδαλο του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού.

Σκάνδαλο Κοσκωτά

Ενώ το «σκάνδαλο του καλαμποκιού» βρισκόταν σε δικαστική εκκρεμότητα άρχισε να δομείται με καταγγελίες και δημοσιεύματα το υλικό που τελικά αποτέλεσε τη δικογραφία για το «σκάνδαλο Κοσκωτά» το οποίο κατέληξε στη «δίκη του Αιώνα».

Η δίκη του Ειδικού Δικαστηρίου για το «σκάνδαλο Κοσκωτά» ξεκίνησε στις 11 Μαρτίου 1991 με κατηγορούμενους τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, τους υπουργούς Δικαιοσύνης Μένιο Κουτσόγιωργα, Οικονομικών Δημήτρη Τσοβόλα και τον υφυπουργό Βιομηχανίας Γιώργο Πέτσο. Την απόφαση παραπομπής τους είχε λάβει η Βουλή στις 27 Σεπτεμβρίου 1989.

Η υπόθεση δικαστικά εκκίνησε το 1988 με τη δίωξη σε βάρος του Κοσκωτά και τον έλεγχο που διενεργήθηκε με εισαγγελική εντολή στην Τράπεζα Κρήτης. Το πλειοψηφικό πακέτο της τράπεζας μέσα σε ένα διάστημα λίγων ετών από την πρόσληψη, το 1979, του Γιώργου Κοσκωτά ως στελέχους της, είχε περάσει στα χέρια του και ο όρος «μεγαλομέτοχος» άρχισε να ακούγεται σε όλη τη χώρα. Όπως είχαν περάσει στα χέρια του Μέσα Ενημέρωσης, άλλες επιχειρήσεις αλλά και ο Ολυμπιακός.

Ενόσω η καταγραφή του οικονομικού ελέγχου της τράπεζας «ανέβαζε» διαρκώς το ποσό της υπεξαίρεσης που αποδίδονταν στον Κοσκωτά, ανέβαινε με ευθέως ανάλογο τρόπο και η ο αντίκτυπος της υπόθεσης στην κοινή γνώμη.

Ο Κοσκωτάς ως κατηγορούμενος πλέον, διέφυγε στο εξωτερικό και στο κάδρο βρίσκονταν ο Ανδρέας Παπανδρέου και υπουργοί του με τον αντιπρόεδρο και υπουργό Δικαιοσύνης να βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα. Ο Κουτσόγιωργας καταγγέλλεται για χρηματισμό του, έναντι του περίφημου «κουτσονόμου» που ευνοούσε τον Κοσκωτά ως προς τον έλεγχο των οικονομικών πεπραγμένων της τράπεζας.

Ο Μένιος Κουτσόγιωργας είναι το δεύτερο μέλος μεταπολιτευτικής κυβέρνησης που πέρασε το κατώφλι της φυλακής όπου και παρέμεινε για τρεις μήνες. Ο άλλοτε ισχυρός υπουργός της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ σημάδεψε τη «δίκη του Αιώνα» με το δραματικό τέλος του μέσα στην αίθουσα του Ειδικού Δικαστηρίου.

Ήταν η φράση του «δεν δύναμαι κύριε πρόεδρε» που ακούστηκε μέσα στο δικαστήριο, στις 11 Απριλίου 1991 λίγα δευτερόλεπτα πριν ο Μένιος Κουτσόγιωργας καταρρεύσει από εγκεφαλικό επεισόδιο. Η εικόνα του καταγράφεται από τις τηλεοπτικές κάμερες και τους φωτορεπόρτερ και το κλίμα φορτίζεται περισσότερο καθώς οι σκηνές μεταδίδονται ζωντανά. Επτά ημέρες μετά , ο Κουτσόγιωργας άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο.

Στις 16 Ιανουαρίου του 1992 το Ειδικό Δικαστήριο αθωώνει με οριακή πλειοψηφία τον Ανδρέα Παπανδρέου και καταδικάζει τον Δημήτρη Τσοβόλα και τον Γιώργο Πέτσο σε φυλάκιση 2,5 ετών και δέκα μηνών αντίστοιχα.

Το «σκάνδαλο Κοσκωτά» και οι πτυχές του ωστόσο εξακολούθησαν να απασχολούν την Δικαιοσύνη με βασική υπόθεση την δίκη και την καταδίκη του πρωταγωνιστή, που από «μεγαλομέτοχος» αποκαλείται πλέον «μεγαλοαπατεώνας», σε κάθειρξη 25 ετών.

Ο Κοσκωτάς εξέτισε 12 χρόνια και αποφυλακίστηκε το 2001. Άλλη μία από τις μεγάλες δίκες σε άμεση σχέση με το σκάνδαλο ήταν αυτή των οκτώ διοικητών ΔΕΚΟ που δικάστηκαν για απιστία και αθωώθηκαν και στους δύο βαθμούς. Η κατηγορία αφορούσε τη μεταφορά ποσών των οργανισμών από άλλες τράπεζες, στην Τράπεζα Κρήτης.

Ελεύθερος και ο Άκης

Είκοσι και πλέον χρόνια μετά από τις φυλακίσεις των Νίκου Αθανασόπουλου και Μένιου Κουτσόγιωργα ένας τρίτος υπουργός, από τα πλέον κορυφαία στελέχη κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, ο Άκης Τσοχατζόπουλος μπαίνει στην φυλακή στις 16 Απριλίου 2012.

Κομβικό χρονικό σημείο για την αντίστροφη πορεία του, θεωρείται το έτος 2006 οπότε και ξεκίνησε η έρευνα της Δικαιοσύνης για την υπόθεση της Siemens. Η υπόθεση αυτή αποδείχθηκε «μητέρα» για τον σχηματισμό στη συνέχεια δεκάδων δικογραφιών που αυτονομήθηκαν από την υπόθεση της γερμανικής εταιρίας και αφορούσαν «μίζες» για εξοπλιστικά προγράμματα.

Σιγά- σιγά άρχισαν να αποκαλύπτονται συστήματα απόκρυψης και νομιμοποίησης χρημάτων αλλά και να ελέγχονται συστηματικά πλέον από την Δικαιοσύνη πολλές συμβάσεις του Δημοσίου με ξένες εταιρίες. Είναι η χρονική στιγμή που αρχίζει να σχηματοποιείται και να προσωποποιείται το «σκάνδαλο των εξοπλιστικών».

Ωστόσο η υπόθεση που έφερε, σε πρώτη φάση, τον πρώην υπουργό αντιμέτωπο με τις δικαστικές αρχές ήταν το «σπίτι της Διονυσίου Αρεοπαγίτου». Η αγορά αυτού του ακινήτου αποδείχθηκε μία καταπακτή που παρέσυρε τόσο τον Άκη Τσοχατζόπουλο όσο και τη σύζυγο του Βίκυ Σταμάτη στην ποινική δίνη που τους κόστισε την προσωπική τους ελευθερία.

Η σύλληψη του Άκη Τσοχατζόπουλου έξω από αυτό το ακίνητο, ήταν η αρχή μίας πορείας που κατέληξε στην καταδίκη του σε πρώτο και δεύτερο βαθμό για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα για δύο συμβάσεις. Αυτήν για την αγορά των TORM1 και των υποβρυχίων.

Ο Τσοχατζόπουλος παρέμεινε στη φυλακή από το 2012 έως τον Μάιο του 2017 οπότε αποφυλακίστηκε για λίγους μήνες. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους με την έκδοση τής απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που μείωσε την πρωτόδικη ποινή του στα 19 χρόνια κάθειρξης από 20 που είχε επιβάλει το πρώτο δικαστήριο, ο πρώην υπουργός επέστρεψε στη φυλακή. Αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας τον Ιούλιο του 2018.

Η προμήθεια τον TORM 1 όμως είχε δυσμενές αποτέλεσμα, με στέρηση της ελευθερίας του, όχι μόνο για τον Άκη Τσοχατζόπουλο αλλά και για έναν ακόμη υπουργό, αυτήν την φορά όμως ξένης κυβέρνησης.

Ο άλλοτε υπουργός Εσωτερικών της Κύπρου Ντίνος Μιχαηλίδης πέρασε το κατώφλι των ελληνικών φυλακών το 2013 και αποφυλακίστηκε στα τέλη του 2015. Ο Κύπριος πρώην υπουργός έχει καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό σε ποινή κάθειρξης 15 ετών για υπόθεση νομιμοποίησης των παράνομων αμοιβών του Άκη Τσοχατζόπουλου.

Στη φυλακή το ζεύγος Παπαντωνίου 

Πριν λίγες ημέρες ο Γιάννος Παπαντωνίου ήταν ο τέταρτος Έλληνας πρώην υπουργός που μπήκε στη φυλακή για παράνομες αμοιβές που του καταλογίζεται ότι έλαβε προκειμένου να προωθήσει τη σύμβαση για εκσυγχρονισμό έξι φρεγατών.

Η αρχή της εμπλοκής του με τη δικαιοσύνη ήταν η «λίστα Λαγκάρντ» ενώ στο στόχαστρο των ερευνών, όπως και στην περίπτωση του προκατόχου του στο υπουργείο Άμυνας, τέθηκε ένα ακίνητο στη Σύρο η αγορά του οποίου το 2002 φαίνεται να ξεδιπλώνει κάποιες πτυχές της υπόθεσης «νομιμοποίηση παράνομων αμοιβών».

Οι αποκαλύψεις του πρώην διευθύνοντα σύμβουλου της Thales Engineering and Consulting , Μισέλ Ζοσράν, προκάλεσαν την έναρξη προκαταρκτικής έρευνας από την εισαγγελία του Παρισιού, που ανέθεσε τον φάκελο στην Εθνική Υπηρεσία Οικονομικού Εγκλήματος.

Η μαραθώνια ανάκριση επί εβδομάδες του Ζοσράν έριξε άπλετο φως σε ένα πολυδαίδαλο σκάνδαλο. Όπως έγραφε η «Monde» τον Σεπτέμβριο του 2005, ο Ζοσράν αποκάλυψε ότι δόθηκαν μίζες για την εξασφάλιση περίπου 100 συμβολαίων στη Γαλλία και στο εξωτερικό.

Ακόμη, την απόφαση της Βουλής για την κατηγορία της παθητικής δωροδοκίας αναμένουν οι αρμόδιοι ανακριτές διαφθοράς, που ερευνούν την εμπλοκή του πρώην υπουργού Γιάννου Παπαντωνίου σε παράνομες αμοιβές για εξοπλιστικά προγράμματα.

Από τον Σεπτέμβριο οι ανακριτές Ηλιάννα Ζαμανίκα και Γιώργος Ευαγγέλου έχουν ζητήσει την άδεια της Βουλής προκειμένου να απαγγείλουν συμπληρωματική κατηγορία για παθητική δωροδοκία σε βάρος του πρώην υπουργού.

Πηγή: sansimera.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ