Skip to main content
23 06 2017 | 10:05

Μειωμένος είναι ο αριθμός των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών που έστειλε στο υπουργείο Οικονομικών το ΥΠΑΑΤ

Μειωμένος είναι ο αριθμός των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών που έστειλε στο υπουργείο Οικονομικών το ΥΠΑΑΤ

«Το ηλεκτρονικό αρχείο με 263.243 επαγγελματίες αγρότες στάλθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών», επεσήμανε με γραπτή του απάντηση στην Βουλή ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Βαγγέλης Αποστόλου.

Σημειωτέον ότι το 2014 ανέρχονταν σε 296.174 επί συνόλου 751.509 αγροτών που αιτήθηκαν ενιαία ενίσχυση.

«Σε σχετικό έγγραφο επισημάνθηκε η ύπαρξη και άλλων αγροτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του επαγγελματία αγρότη αλλά δεν ήταν δυνατόν να διασταυρωθούν ηλεκτρονικά», εξήγησε ο υπουργός, για να συνεχίσει: «Οι παραγωγοί αυτοί μέσα από διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες είναι καθορισμένες από το ΥΠΑΑΤ, μπορούν να αποκτήσουν την ιδιότητα του επαγγελματία αγρότη και να τους χορηγηθεί σχετική βεβαίωση Μητρώου Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων. Η ενσωμάτωση των παραπάνω επαγγελματιών αγροτών στο σύστημα του TAXIS είναι αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών».

«Τέλος, επισημαίνεται ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ συμμετέχει στη διαδικασία του προσδιορισμού της ιδιότητας του «κατ' επάγγελμα αγρότη», αποστέλλοντας στην αρμόδια Διεύθυνση του ΥΠΑΑΤ τα στοιχεία φυτικού και ζωικού κεφαλαίου που δηλώνονται από τους ίδιους τους γεωργούς στην Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης (αίτηση ΟΣΔΕ). Τα στοιχεία αυτά παρέχονται για τον έλεγχο πλήρωσης της προϋπόθεσης του χρόνου απασχόλησης με αγροτικές δραστηριότητες στην εκμετάλλευσή του αγρότη τουλάχιστον κατά 30% του συνολικού ετήσιου χρόνου εργασίας του», καταλήγει ο υπουργός.

Αναλυτικά η απάντηση του Βαγγέλη Αποστόλου έχει ως εξής:

ΘΕΜΑ: «Προβλήματα αγροτών κατά την υποβολή των φορολογικών τους δηλώσεων»

Απαντώντας στις ερωτήσεις 5746/22-05-2017 και 5805/23-05-2017, που κατέθεσαν οι Βουλευτές κ.κ. Γ. Γερμενής και Ν. Νικολόπουλος, για τα θέματα της αρμοδιότητάς μας, σας πληροφορούμε τα εξής:

Η Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ) δέχτηκε πρόσκληση από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών για συνεργασία προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα του ορισμού του επαγγελματία αγρότη, ορισμός απαραίτητος για τον τρόπο φορολόγησης των αγροτών.

Κατόπιν σχετικής συμφωνίας μεταξύ των υπηρεσιών, η Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του ΥΠΑΑΤ προχώρησε σε ηλεκτρονικούς διασταυρωτικούς ελέγχους πλήρωσης των προϋποθέσεων του επαγγελματία αγρότη σύμφωνα με το άρθρο 65 του ν. 4389/2019 (ΦΕΚ Α' 94) μεταξύ των αρχείων Μητρώου Αγροτών & Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων (ΜΑΑΕ)-ΟΠΕΚΕΠΕ-ΤΑΧΙΣ-ΕΦΚΑ (πρώην ΟΓΑ) εξετάζοντας τα εισοδήματα της τελευταίας υποβληθείσας φορολογικής δήλωσης, δηλαδή του φορολογικού έτους 2015. Η διαδικασία ηλεκτρονικής διασταύρωσης στόχο είχε την απλούστευση των διαδικασιών και τη διευκόλυνση ενός μεγάλου αριθμού αγροτών οι οποίοι δεν θα ήταν απαραίτητο να προσέλθουν σε καμία υπηρεσία προκειμένου να εξασφαλίσουν την ιδιότητα του επαγγελματία αγρότη.

Το ηλεκτρονικό αρχείο με 263.243 επαγγελματίες αγρότες, που προέκυψε στάλθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών. Σε σχετικό έγγραφο επισημάνθηκε η ύπαρξη και άλλων αγροτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του επαγγελματία αγρότη αλλά δεν ήταν δυνατόν να διασταυρωθούν ηλεκτρονικά. Οι παραγωγοί αυτοί μέσα από διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες είναι καθορισμένες από το ΥΠΑΑΤ, μπορούν να αποκτήσουν την ιδιότητα του επαγγελματία αγρότη και να τους χορηγηθεί σχετική βεβαίωση Μητρώου Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων. Η ενσωμάτωση των παραπάνω επαγγελματιών αγροτών στο σύστημα του TAXIS είναι αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών.

Τέλος, επισημαίνεται ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ συμμετέχει στη διαδικασία του προσδιορισμού της ιδιότητας του «κατ' επάγγελμα αγρότη», αποστέλλοντας στην αρμόδια Διεύθυνση του ΥΠΑΑΤ τα στοιχεία φυτικού και ζωικού κεφαλαίου που δηλώνονται από τους ίδιους τους γεωργούς στην Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης (αίτηση ΟΣΔΕ). Τα στοιχεία αυτά παρέχονται για τον έλεγχο πλήρωσης της προϋπόθεσης του χρόνου απασχόλησης με αγροτικές δραστηριότητες στην εκμετάλλευσή του αγρότη τουλάχιστον κατά 30% του συνολικού ετήσιου χρόνου εργασίας του.