Skip to main content
03 03 2016 | 16:14

Ένωση Φυλής Χολστάιν: Ζοφερό το κλίμα στην ελληνική αγελαδοτροφία

Ένωση Φυλής Χολστάιν: Ζοφερό το κλίμα στην ελληνική αγελαδοτροφία

Συνάντηση με τον αναπληρωτή υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μάρκο Μπόλαρη είχε σήμερα το μεσημέρι αντιπροσωπεία της Ένωσης Φυλής Χολστάιν Ελλάδας, με επικεφαλής τον πρόεδρο Θανάση Βασιλέκα στο γραφείο του αναπληρωτή υπουργού.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους, η οποία έγινε σε θετικό κλίμα, οι παραγωγοί γάλακτος ενημέρωσαν τον κ. Μπόλαρη, για το ζοφερό τοπίο, το οποίο έχει διαμορφωθεί στο χώρο του γάλακτος.

Έθεσαν τα προβλήματα που ταλανίζουν τον κλάδο και πλέον έχουν δημιουργήσει μεγάλες στρεβλώσεις στην αγορά σε σημείο ακόμη κι ελληνικές εταιρίες προτιμούν την εισαγωγή ξένου γάλακτος αντί του ελληνικού για την προώθησή του στην αγορά ή για την παρασκευή γαλακτοκομικών προϊόντων.

Ειδικότερα, οι αγελαδοτρόφοι τόνισαν πως απαξιώνεται η ελληνική παραγωγή γάλακτος και το γεγονός αυτό είναι απαράδεκτο σε μια χώρα που μόλις καλύπτει το 1/3 των αναγκών της κι είναι συνεχώς φθίνουσα.

Οι παραγωγοί τόνισαν πως επειδή δεν υπάρχει συναντίληψη με τα εργοστάσια πριν φτάσουν στην πλήρη σύγκρουση χρειάζεται να βρεθεί άμεση λύση.

Η φυλή Χολστάιν κατάγεται απ' την Ευρώπη. Η κύρια ιστορική εξέλιξή της έλαβε χώρα σε δυο βόρειες περιοχές της σημερινής Ολλανδίας, τη Βόρεια Ολλανδία και τη Φρισλανδία, όπου επιλέγονταν επί αιώνες με στόχο την υψηλή γαλακτοπαραγωγή.

Αγελάδες φυλής Χολστάιν

Η εξέλιξη της φυλής συνεχίστηκε στο Νέο Κόσμο, όπου η πρώτη ασπρόμαυρη αγελάδα έφτασε στην Αμερική στη Βοστόνη, γύρω στα 1850 μ' ένα ολλανδικό ιστιοφόρο. Ακολούθησαν κι άλλες εισαγωγές ζώων από την Ολλανδία.

Η φυλή Χολστάιν έχει εισαχθεί στην Ελλάδα ήδη απ' τη δεκαετία του ’50 σε μικρούς αριθμούς επειδή τότε δινόταν το βάρος σε φυλές μικτών αποδόσεων, με γαλακτοπαραγωγική και κρεατοπαραγωγική ικανότητα, όπως η Σβιτς κι η Σίμενταλ.

Οι αγελάδες φυλής Χολστάιν άρχισαν να διαδίδονται με ταχύ ρυθμό στην Ελλάδα στη δεκαετία του ‘70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 οπότε κι εγκαταστάθηκαν αγελαδοτροφικές μονάδες κοντά στα μεγάλα αστικά κέντρα για την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού σε γάλα.

Οι αγελάδες φυλής Χολστάιν διακρίνονται αμέσως για το χρωματισμό τους (ασπρόμαυρες, ασπροκόκκινες) και έχουν τη μεγαλύτερη απόδοση γάλακτος.

Μια αγελάδα φυλής Χολστάιν αποδίδει 9 τόνους γάλα ετησίως. Η ελληνική παραγωγή αγελαδινού γάλακτος είναι περίπου 500-550.000 τόνους το χρόνο. Εξ αυτών περίπου 140.000 τόνοι προέρχονται από αγελάδες παραγωγών της Ένωσης Φυλής Χολστάιν Ελλάδας.

«Συναντήσαμε τον αναπληρωτή υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μάρκο Μπόλαρη σ' ένα θετικό κλίμα. Υπήρξε συναντίληψη και περιμένουμε να γίνουν οι προσπάθειες εκείνες ώστε ν΄ αντιμετωπιστούν κατά το δυνατόν τα προβλήματα, που έχουν προκύψει και περιμένουμε αποτελεσματικές λύσεις για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Η Ένωση μας ευελπιστεί πως σ' ένα μήνα από σήμερα το τοπίο θα έχει αλλάξει», σημείωσε ο πρόεδρος της Ένωσης Φυλής Χολστάιν, Θανάσης Βασιλέκας.

Με πρωτοβουλία του αναπληρωτή υπουργού αποφασίστηκε να γίνει μια συνάντηση μεταξύ παραγωγών και εργοστασίων υπό την αιγίδα του ΥΠΑΑΤ, προκειμένου να βρεθεί λύση.

Δελτίο τύπου του υπουργείου

Συνάντηση με το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Φυλής Χολστάϊν που εκπροσωπεί τους Έλληνες παραγωγούς αγελαδινού γάλακτος είχε ο Αναπληρωτής Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Μάρκος Μπόλαρης. Επί της τραπέζης τέθηκαν τα ιδιαίτερα έντονα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες παραγωγοί αγελαδινού γάλακτος, οι οποίοι εστίασαν ιδιαίτερα στην πτώση των τιμών στο αγελαδινό γάλα, την άρνηση γαλακτοβιομηχανιών να παραλάβουν γάλα από συμβεβλημένους παραγωγούς, την αναγραφή χώρας προέλευσης του προϊόντος στις συσκευασίες, την ευθύνη της πολιτείας να ελέγχει το ισοζύγιο γάλακτος, τις αυξήσεις τιμών στις ζωοτροφές, την συνέχιση του προγράμματος της Ένωσης Χολσταϊν για την γενετική βελτίωση των γαλακτοφόρων αγελάδων, την αλλαγή νομοθετικού πλαισίου για την αδειοδότηση των σταυλικών εγκαταστάσεων της χώρας και την δυνατότητα ένταξης στο νέο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανασυγκρότησης και τη χρηματοδότηση βιομηχανικής μονάδας επεξεργασίας και τυποποίησης του αγελαδινού γάλακτος. Ο Αναπληρωτής Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ενημέρωσε κατ΄ αρχήν τον Πρόεδρο κ. Αθανάσιο Βασιλέκα και τα μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης για την συγκρότηση Επιτροπής στο ΥΠΑΑΤ με εντολή σε συνέργειες με τα συναρμόδια Υπουργεία να εισηγηθεί την αλλαγή της νομοθεσίας για την χορήγηση νέων σταυλικών εγκαταστάσεων, ώστε να αποφευχθεί η γραφειοκρατία, να απλουστευτεί η διαδικασία, να μειωθεί το κόστος χωρίς να γίνουν εκπτώσεις στην ποιότητα των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων και του περιβάλλοντος. Επεσήμανε, ότι στον σχεδιασμό του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης και στις κατευθυντήριες αρχές του προβλέπεται η χρηματοδότηση των Ομάδων Παραγωγών των νέων παραγωγών και των μονάδων που επιχειρούν την κάθετη διαχείριση των αγροκτηνοτροφικών προϊόντων και ζήτησε από την Ένωση την σωστή προετοιμασία, την έγκαιρη ενημέρωση από την ίδια την Ένωση και τους γαλακτοπαραγωγούς – μέλη της, ώστε να αξιοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό οι χρηματοδοτικές δυνατότητες του Π.Α.Α Στην ίδια κατεύθυνση υπογράμμισε τα πλεονεκτήματα των Ομάδων Παραγωγών με σωστή οργάνωση και μάρκετινγκ στους τομείς των προμηθειών και της διαχείρισης που μειώνουν καθοριστικά το κόστος παραγωγής. Εν κατακλείδι, αναφερόμενος στο άμεσο πρόβλημα της μείωσης τιμών, της καταγγελίας συμβάσεων παραλαβής γάλακτος από βιομηχανίες και των καταγγελιών για παραβιάσεις της νομοθεσίας προστασίας των καταναλωτών(από μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης), ο Αναπληρωτής Υπουργός ζήτησε από το Προεδρείο της Ένωσης την άμεση υποβολή κειμένου με αναγραφή του προβλήματος με τα συγκεκριμένα στοιχεία ώστε να συγκληθεί επειγόντως σύσκεψη, στην οποία πρέπει να κληθούν να συμμετάσχουν και οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου της Γαλακτοβιομηχανίας για την ολική καταγραφή και αντιμετώπιση του προβλήματος. Το πρόβλημα του γάλακτος με το οποίο ανατρέφουμε τα ελληνόπουλα δεν είναι απλά θέμα τιμής, αλλά και ποιότητας του προϊόντος και η ποιότητα του προϊόντος είναι κρίσιμος παράγοντας που επιβάλλεται να διαμορφώνει τόσο την τιμή, όσο και την πολιτική της χώρας απέναντι στα υψηλής ποιότητας προϊόντα της και τους παραγωγούς τους.