Skip to main content
26 10 2019 | 09:40

Βασίλης Ανδριώτης: Στόχος μας τα επόμενα χρόνια πρέπει να είναι τα 200 κιλά ίνας βαμβακιού ανά στρέμμα

Βασίλης Ανδριώτης: Στόχος μας τα επόμενα χρόνια πρέπει να είναι τα 200 κιλά ίνας βαμβακιού ανά στρέμμα

Τον στόχο των 200 κιλών ίνας βαμβακιού ανά στρέμμα, μία απόδοση που μπορεί να επιτευχθει κυρίως με αύξηση της απόδοσης των ποικιλιών σε ίνα ανω του 40%, τη στιγμή που σήμερα είναι στο 34-35%, προτείνει ως προτεραιότητα για την ελληνική παραγωγή βάμβακος ο Βασίλης Ανδριώτης, ιδιοκτήτης της εταιρείας Σπύρος Ανδριώτης Α.Ε. και γενικός γραμματέας στον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Πολλαπλασιαστικού Υλικού. Ο ίδιος έχει ήδη έτοιμο το «όπλο» με το οποίο θα ριχτεί η εταιρεία του σε αυτή τη μάχη για την αύξηση της ποιότητας και της αναγνωρισιμότητας του ελληνικού βαμβακιού, καθώς φέρνει στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ μία νέα ποικιλία η οποία θα βρίσκεται σε πλήρες εμπορικό στάδιο το 2021 και πιστεύει ότι έχει τις κατάλληλες προδιαγραφές για να δώσει τέτοιου ύψους αποδόσεις σε ίνα, για τα κλιματολογικά δεδομένα της Ελλάδας.

Ο κ. Ανδριώτης μίλησε στο Agro24 τόσο για τη φετινή αγορά βαμβακιού, όσο και για το σκληρό σιτάρι και το καλαμπόκι, ενώ φάνηκε αισιόδοξος για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας. Από τη μία πλευρά, όπως μας είπε, συρρικνώνεται το ανθρώπινο δυναμικό που ασχολείται με την παραγωγή αγροτικών προϊόντων, οπότε η γη περνάει σε λιγότερους διαχειριστές, πράγμα που όμως έχει και πλεονεκτήματα. Όλο και περισσότεροι πραγματικοί παραγωγοί προσανατολίζονται προς την έννοια και την τακτική της συμβολαιακής παραγωγής και της ταυτότητας, δηλαδή του να παράγεις ένα προϊόν για κάποιον ή με κάποιο σκοπό και να απολαμβάνεις αντίστοιχα οφέλη.

Δραστηριοποιείστε έντονα στην εισαγωγή, παραγωγή και εμπορία σπόρων βαμβακιού και σκληρού σιταριού. Έχετε σχέδια για επέκταση σε άλλες καλλιέργειες;

Παραμένουμε συγκεντρωμένοι στον σπόρο και όσον αφορά τα φάρμακα έχουμε μια περιορισμένη συνεργασία με τη Syngenta, με ένα εντομοκτόνο εδάφους. Όσον αφορά το βαμβάκι επικεντρωνόμαστε στην έννοια της ποιότητας και της διαφορετικότητας. Μέσα από το πρόγραμμα Fiber Pro2 προσπαθούμε να αναβαθμίσουμε κι εμείς από την πλευρά μας το ελληνικό βαμβάκι.

Κι αυτό θα το κάνουμε όχι μόνο με τις υπάρχουσες ποικιλίες, αλλά και με τις ποικιλίες που έρχονται. Ήδη μία νέα ποικιλία, που θα είναι προεμπορική το 2020 και εμπορική το 2021, έχει επιλεχθεί με βάση τα τεχνολογικά της χαρακτηριστικά, αλλά και τη συμπεριφορά στο χωράφι, με στόχο να ανεβάσουμε τα στάνταρντς του ελληνικού βαμβακιού.

Τι εννοούμε με αυτό; Τα ελληνικά εκκοκκιστήρια αυτή τη στιγμή με τις υπάρχουσες ποικιλίες και πρακτικές συγκομιδής έχουν απόδοση 33-35% σε ίνα. Εμείς θέλουμε να "πιάσουν" το 40%, που σημαίνει πολύ περισσότερο βαμβάκι ανά στρέμμα, δηλαδή μεγαλύτερη αξία για όλη την αλυσίδα, για τον παραγωγό, τον εκκοκκιστή, τη χώρα. Στόχος είναι με τα ίδια στρέμματα να παράγουμε περισσότερη ίνα.

Θεωρώ ότι το να πιάσουμε, λοιπόν, γύρω στα 200 κιλά ίνα ανά στρέμμα, σύμφωνα και με όσα λέει και ο δρ. Νταράουσε, δεν είναι μακριά. Αυτή τη στιγμή είμαστε στα 130-140 κιλά. Με καλύτερες καλλιεργητικές τεχνικές, νέες ποικιλίες και βελτίωση του μάνατζμεντ, μπορούμε να πάμε κοντά στα 200 κιλά ίνα.

Όλο αυτό θα γίνει κάτω από την ομπρέλλα του Fiber Pro2;

Επειδή θέλουμε να δώσουμε ταυτότητα, θέλουμε να δώσουμε μια σφραγίδα, θα είναι πάντα με την ταυτότητα του Fiber Pro2. Είναι το brand που διαφοροποιεί την ίνα. Είναι η 3η χρονιά φέτος, του χρόνου 4η, και βλέπουμε ότι κάθε χρόνο μεγαλώνει σαν πρόγραμμα πιστοποίησης, όλο και περισσότερα εκκοκκιστήρια μπαίνουν σε αυτή τη διαδικασία και υπάρχει μια υπεραξία για τον παραγωγό, εισπράττει χρήματα παραπάνω για αυτό που κάνει.

Είδαν οι εταιρείες και τι συνέβη πέρυσι με τον "σεισμό" που προκάλεσε η αγορά της Τουρκίας, η οποία δεν μπόρεσε να απορροφήσει την ελληνική παραγωγή με το ρυθμό που γινόταν παλιότερα. Οπότε ξαφνικά δημιουργήθηκε ένα θέμα διάθεσης του προϊόντος.

Οι αγορές της Άπω Ανατολής έχουν υψηλότερα στάνταρ και είναι πιο εξειδικευμένες, οπότε θέλει η αγορά να σε μάθει, δεν ήταν εύκολο να ανοίξουν αυτές οι αγορές. Θέλει δουλειά και διάρκεια και σταθερότητα στο παραγόμενο προϊόν. Οπότε πρέπει να αλλάξουμε το βαμβάκι που φτιάχνουμε, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, την ομοιομορφία, το μήκος ίνας… αυτός είναι ο σκοπός του νέου γενετικού υλικού που έρχεται, να μπορέσουμε να βοηθήσουμε κι εμείς από την πλευρά μας, για να γίνει αυτή η αναβάθμιση.

Τι κινήσεις έχετε κάνει ως Διεπαγγελματική Οργάνωση Βάμβακος προς αυτή την κατεύθυνση;

Σαν Διεπαγγελματική, αυτή τη στιγμή υπάρχει μια πρωτοβουλία με επικεφαλής τον κ. Αντώνη Σιάρκο, με στόχο να αποκτήσει το ευρωπαϊκό βαμβάκι ταυτότητα, με το σήμα "Cotton EU". Θα πιστοποιείται το ελληνικό βαμβάκι και θα παίρνει το σήμα αυτό. Με ένα ανανεωμένο πρότυπο πιστοποίησης Agro από τον ΕΛΓΟ, που θα ενσωματώνει όλες τις διεθνείς απαιτήσεις τόσο σε καλλιεργητικό και περιβαλλοντικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό και που θα ανακοινωθεί το επόμενο διάστημα, θα μπορεί ο ελληνικό προϊόν να είναι αναγνωρίσιμο και αποδεκτό από τις αγορές εκτός Ελλάδας.

Η αναπροσαρμογή του Agro ξεκίνησε με αφορμή το πρότυπο BCI, "Better Cotton Initiative", που έχει περισσότερες κοινωνικες παραμέτρους. Όλες οι μεγάλες εταιρείες ένδυσης ζητούν πρότυπα πιστοποίησης γι αλογαριασμό του καταναλωτή. Δηλαδή θέλουν το κάθε πουκάμισο και μπλουζάκι που πουλάνε να έχει μια σφραγίδα που να δείχνει πώς παρήχθη το βαμβάκι το οποίο χρησιμοποιούν. Κι αυτό για να αποφεύγεται π.χ. η παιδική εκμετάλλευση, που συναντάται συχνά σε χώρες της Αφρικής. Είναι μία προϋπόθεση που σε τελική ανάλυση στην Ελλάδα την ικανοποιούσαμε πάντα, αλλά δεν είχαμε τη "σφραγίδα". Δεν αρκεί μόνο να το λες, πρέπει να το αποδεικνύεις και με κάποιο τρόπο.

Η πρωτοβουλία για την ταυτότητα στο ευρωπαϊκό βαμβάκι με το σήμα "Cotton EU" ολοκληρώνεται από κοινού με την Ισπανία και στις 16 Οκτωβρίου έγινε εκδήλωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες, όπου και ανακοινώθηκε.

Έχουν μείνει αποθέματα στην ελληνική αγορά από την προηγούμενη χρονιά;

Υπάρχουν λίγα, μικρά αποθέματα. Πάντα υπάρχουν, ένα στοκ ασφαλείας, που είναι το συνηθισμένο.

Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η φετινή χρονιά;

Σε όλα τα προϊόντα, σιτηρά, καλαμπόκι, ο παραγωγός σίγουρα βλέπει τις αποδόσεις του σε κιλά, αλλά σίγουρα βλέπει και την τιμή. Η τιμή είναι αυτή που είτε του προξενεί χαμόγελα είτε όχι. Αυτή τη στιγμή έχοντας μια τιμή χαμηλότερη από την περσινή δεν υπάρχει μεγάλη ευχαρίστηση στον κόσμο. Αυτό έχει να κάνει με την παγκόσμια χρηματιστηριακή αγορά. Ναι η ίνα είναι πιο κάτω από ό,τι ήταν πέρυσι.

Σίγουρα βοηθάει η διαφορά ανάμεσα στο ευρώ/δολάριο σε σχέση με πέρυσι, καθώς είναι πιο ισχυρό το δολάριο, οπότε καλύπτεται ένα μέρος της πτώσης στην τιμή της ίνας. Αλλά δεν παύει να είναι σε χαμηλά επίπεδα.

Αν θέλετε την αίσθησή μου, γιατί δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς τι θα συμβεί φέτος, θεωρώ ότι ένας παραγωγός που θα μαζέψει ξηρό βαμβάκι και θα συμμετέχει και σε κάποιο πρόγραμμα πιστοποίησης, με μια μικρή άνοδο του Χρηματιστηρίου, που δείχνει ότι θα υπάρξει μια σχετική ανάκαμψη, θα λάβει κοντά στα 0,45 ευρώ/κιλό. Κι αν θεωρήσουμε ότι η περυσινή τιμή κατά μέσο όρο ήταν στα 0,50 ευρώ/κιλό, τότε αυτή η διαφορά του 10% θεωρώ ότι στο εισόδημά του καλύπτεται από την εξαιρετική παραγωγή που υπάρχει φέτος - οι αποδόσεις είναι μεγαλύτερες - συν ότι δεν υπήρχαν τόσοι πολλοί εχθροί, εντομολογικά μιλώντας, οπότε και το κοστολόγιό του είναι χαμηλότερο. Αν κάνει αυτόν τον υπολογισμό, θα δει ότι έστω και με αυτή την χαμηλότερη τιμή, πάλι το εισόδημά του είναι καλό, σε σχέση και με άλλες καλλιέργειες.

Το αρνητικό κλίμα όμως που δημιουργεί η χαμηλότερη φετινή χρηματιστηριακή τιμή, θα επηρεάσει τη σπορά του 2020; Και πόσο;

Για τη σπορά του 2020 δεν μπορώ να κάνω μία πρόβλεψη για τα στρέμματα, γιατί πολύ απλά δεν έχει τελειώσει η συγκομιδή, δεν έχει κατασταλάξει η «μπίλια» της τιμής κι αυτή τη στιγμή προτεραιότητα έχει ο παραγωγός να μαζέψει. Θα δούμε τι θα γίνει με τα σιτηρά, με την ελαιοκράμβη, αν ο καιρός θα επιτρέψει να σπαρθεί ελαιοκράμβη, τι θα γίνει με τον ηλίανθο και με το καλαμπόκι, γιατί είναι ακόμα μια χρονιά που το καλαμπόκι πιέζεται λόγω τιμής. Πιστεύω ότι η «εξίσωση» για την τάση της σποράς του ’20 είναι ακόμα ρευστή.

Κατά την πώληση της νέας σοδειάς, του 2019, του βαμβακιού θα υπάρξει κανονική ροή και απορρόφηση από τις ξένες αγορές; Η Τουρκία έχει επανέλθει;

Δεν είμαι εγώ 100% ειδικός, περισσότερο θα πρέπει να μιλήσετε με κάποιον εκκοκκιστή ή έμπορο, θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή, όμως, έχουμε δύο ατού. Το ένα είναι ότι πήραμε το μάθημά μας πέρυσι, καλώς ή κακώς, σίγουρα ήταν μία απότομη αλλαγή, οπότε προσπαθήσαμε πάρα πολύ να ανοίξουν νέες αγορές. Με κάποιο τρόπο γίναν επαφές, άρα μπορούμε να απευθυνθούμε και αλλού. Το δεύτερο είναι ότι το περισσότερο βαμβάκι που συλλέχθηκε τις προηγούμενες μέρες ήταν στεγνό, δηλαδή το χρώμα του και τα χαρακτηριστικά του είναι πάρα πολύ καλά, άρα θα έχουμε στα χέρια μας κάτι που πουλιέται πιο εύκολα. Δεν ξέρω αν θα πουληθεί πιο ακριβά. Μπορεί να έχεις ένα βαμβάκι με τόσο εξαιρετική ποιότητα, ώστε να μπορείς να ζητάς κάποιο premium, αλλά μπορεί να έχεις και ένα βαμβάκι καλής ποιότητας, το οποίο δεν είναι υποβαθμισμένο, οπότε το πουλάς πιο εύκολα, «φεύγει» πρώτο. Αυτή τη στιγμή τα ελληνικά βαμβάκια είναι καλά, στο χρώμα κυρίως, οπότε θεωρώ ότι δεν θα έχουμε κάποιο θέμα διάθεσης.

Ποιες είναι οι κινήσεις που κάνετε και οι πρωτοβουλίες στο επόμενο διάστημα ως Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πολλαπλασιαστικού Υλικού;

Έχουμε αναθέσει στο Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) από κοινού με τους ΣΠΕΛ και ΕΣΥΦ, μία μελέτη του κόστους των γεωργικών εφοδίων για τον Έλληνα παραγωγό. Έχουμε μετρήσει όλο το κόστος παραγωγής και από εκεί θα προκύψει το μερίδιο που αναλογεί στα γεωργικά εφόδια ανά κλάδο: ΠΟλλαπλασιαστικό υλικό, λίπασμα και φυτοπροστασία. Τη μελέτη τη ζητήσαμε, γιατί υπήρχε ένα «σύννεφο» από πάνω μας, μια «ρετσινιά» πάνω από τον κλάδο των γεωργικών εφοδίων, ότι είμασταν πάντα οι κακοί, είμασταν ακριβοί, είμασταν ο λόγος που δεν μπορούσε να πάρει μπρος η μηχανή της ελληνικής γεωργίας…

Πότε θα βγουν τα αποτελέσματα; Έχετε κάποια εικόνα για το κόστος του πολλαπλασιαστικού υλικού;

Η μελέτη θα δημοσιευτεί το επόμενο διάστημα. Το μόνο, που μπορώ να σας πω αυτή τη στιγμή, είναι ότι το κόστος του πολλαπλασιαστικού υλικού επί του συνολικού κόστους είναι στο 7,2% μεσοσταθμικά. Η Ελλάδα είναι ανάμεσα στις 4 φθηνότερες χώρες στο κόστος του πολλαπλασιαστικού υλικού στην Ε.Ε.

Κι αυτό γιατί έχουμε μεγάλη αύξηση της σποροπαραγωγής στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί το κοστολόγιο, μία μείωση που έχει περάσει και στην τελική τιμή του σπόρου. Το βλέπουμε και από το γεγονός ότι στατιστικά οι εισαγωγές πολλαπλασιαστικού υλικού έχουν μειωθεί σε μεγάλο βαθμό, αν και στα κηπευτικά είμαστε ακόμα πίσω. Στη μεγάλη καλλιέργεια και στα δενδρύλλια είμαστε σε πολύ καλό επίπεδο από άποψη εγχώριας παραγωγής, σε σχέση με 15 χρόνια πριν.

Ποιος είναι ο πιο κοστοβόρος παράγοντας στην αγροτική παραγωγή;

Ο μεγαλύτερος παράγοντας κόστους είναι η ενέργεια που απαιτείται για την αγροτική παραγωγή. Εκεί πρέπει να υπάρξει ουσιαστική παρέμβαση της πολιτείας, για να κάνει τον Έλληνα αγρότη ανταγωνιστικό.

Παρόλο που τα τελευταία χρόνια το εργατικό κόστος έχει μειωθεί με τα μηχανήματα και τους αυτοματισμούς, βλέπουμε ότι αυτό αντικαταστάθηκε με το ενεργειακό κόστος, οπότε ουσιαστικά δεν κέρδισε κάτι ο αγρότης.

Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η ελληνική γεωργία;

Γίνονται κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, με τη συμβολαιακή παραγωγή και την πιστοποίηση της ταυτότητας του προϊόντος. Το ίδιο πάει να γίνει και στα σιτηρά, στο σκληρό σιτάρι, που είναι εθνικό προϊόν. Όλοι προσπαθούν να παράξουν με συγκεκριμένες ποικιλίες, να γίνει σωστή λίπανση και διαχείριση, για να βελτιωθεί το τελικό προϊόν, όπως έγινε με τα κριθάρια μπύρας. Ο Έλληνας παραγωγός ψάχνει πλέον να βρίσκει συμβόλαια για να παράγει για κάποιον κάτι, με συγκεκριμένες προδιαγραφές, ώστε να ωφεληθεί στο τέλος είτε από τη διασφάλιση κατώτατης τιμής είτε από ένα premium στην τιμή. Ο Έλληνας παραγωγός αλλάζει τη λογική του.

Όταν σπούδαζα στην Αγγλία, πριν από 20 χρόνια, δεν υπήρχε ούτε ένα στρέμμα που να καλλιεργείται χωρίς συμβόλαιο. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε αυτό. Τώρα αλλάζει και θεωρώ ότι θα δώσει μεγάλη υγεία στην αγροτική οικονομία και σε όλη την παραγωγική αλυσίδα. Υπάρχει, βέβαια, μεγάλη συρρίκνωση όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό. Βλέπω τα χωράφια να πηγαίνουν σε λιγότερα χέρια, λιγότερα άτομα με πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις, άρα πρέπει να καθετοποιηθούν διαφορετικά για να μπορέσουν να είναι ανταγωνιστικά. Και, βέβαια, πρέπει να πέσει και ο μέσος όρος ηλικίας, αλλιώς θα καταρρεύσει όλο το οικοδόμημα. Κάποια πράγματα είναι νομοτέλειες.