Skip to main content
21 03 2016 | 12:18

Σουσάμι, λιναρόσπορος, λαθούρι: Καλλιέργειες που δεν εξαρτώνται από τις επιδοτήσεις

Σουσάμι, λιναρόσπορος, λαθούρι: Καλλιέργειες που δεν εξαρτώνται από τις επιδοτήσεις

«Το 2004 για κάποιον λόγο είχαν καθυστερήσει τα χρήματα των επιδοτήσεων κι εγώ ως ιδιοκτήτης καταστήματος γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων δεν πληρώθηκα εγκαίρως από τους αγρότες, ενώ την ίδια στιγμή οι προμηθευτές μου με πίεζαν αφόρητα για να τακτοποιήσω τις δικές μου υποχρεώσεις απέναντί τους. Ήταν πολύ δύσκολες εποχές. Από τότε αποφάσισα να ασχοληθώ, ως γεωπόνος και αγρότης με καλλιέργειες που δεν θα εξαρτώνται από τις επιδοτήσεις, αλλά από τη ζήτηση που θα έχουν στην αγορά. Κάπως έτσι ξεκίνησα πριν από τρία χρόνια να καλλιεργώ σουσάμι και σήμερα με βεβαιότητα μπορώ να πω ότι έπραξα σωστά».

Αυτά εξομολογείται ο γεωπόνος αγρότης Δημήτρη Γκιτσάκης από το χωριό Ζάππειο, λίγο μετά τη Νίκαια Λάρισας, από τους ελάχιστους και πρώτους που ξεκίνησαν να παράγουν το πανάρχαιο φυτό σουσάμι, ενώ εξηγεί και τη συνολική φιλοσοφία του για τις δυνατότητες της ελληνικής υπαίθρου.

Δηλώνει «πολέμιος των επιδοτήσεων», όχι μόνο λόγω της προσωπικής πικρής εμπειρίας που είχε το 2004, αλλά γιατί από τότε που ξεκίνησαν να καταβάλλονται στη χώρα μας, ο Έλληνας αγρότης ξέχασε το πλεονέκτημα που προσφέρει η ελληνική γη, τον ήλιο και την καθαρότητα του περιβάλλοντος. «Από τη δεκαετία του 1990 έχει να αγοραστεί νέο τρακτέρ στο χωριό μου, αφού οι περισσότεροι ασχολούνται με τα στρέμματα και όχι με τον τρόπο που θα παράγουν ποιοτικά και ανταγωνιστικά προϊόντα, όπως είναι το σουσάμι».

«Γιατί σουσάμι» τον ρωτάμε και μας απαντά κατηγορηματικά: Γιατί διαπίστωσα ότι οι καταναλωτικές ανάγκες της χώρας μας ανέρχονται σε 14.000 τόνους κι εμείς σαν χώρα παράγουμε μόλις 11 τόνους και επειδή φέτος πήγα καλά, με 35 κιλά το στρέμμα, μπροστά σου έχεις το 1\4 της εγχώριας παραγωγής» θα μας πει χαριτολογώντας και προσθέτει: «Είναι αδιανόητο για μια χώρα που λέει ότι στηρίζεται στον πρωτογενή τομέα για να ξεφύγει από την κρίση, να εισάγει τεράστιες ποσότητες σουσαμιού από την Αφρική. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι Αιθίοπες για παράδειγμα, οι οποίοι καλλιεργούν κατά κόρον σουσάμι για διατροφικές ανάγκες αλλά και συναλλαγματικές, αφού εξάγουν μεγάλες ποσότητες, δεν διαθέτουν ούτε τον εξοπλισμό που έχουμε εμείς, ούτε την τεχνογνωσία. Και επειδή δεν έχουν χρήματα για λιπάσματα και φάρμακα, το παρουσιάζουν και ως βιολογικό, απολαμβάνοντας καλές τιμές».

Ο Δημήτρης Γκιτσάκης την πρώτη χρονιά που καλλιέργησε σουσάμι κράτησε για τον εαυτό του τους καρπούς της παραγωγής, τόσο για τις διατροφικές ανάγκες της οικογένειάς του όσο και για τους σπόρους, στους οποίους στηρίχθηκε η επόμενη χρονιά, με σαφώς περισσότερα στρέμματα. Φέτος έδωσε το σουσάμι του σε μια βιομηχανία με χαλβάδες στη Δράμα.

Και γιατί αφού η ελληνική αγορά είναι ελλειμματική, υπάρχει διστακτικότητα από την πλευρά των παραγωγών; Ο κ. Γκιτσάκης εξηγεί: «Γιατί δεν υπάρχει η κατάλληλη ενημέρωση, τόσο από την πλευρά της πολιτείας όσο και από μας τους γεωπόνους, αναφορικά με τις καλλιεργητικές φροντίδες που απαιτούνται. Το κάθε τι νέο τρομάζει, ανησυχεί. Δύσκολα ρισκάρει κάποιος σήμερα. Αλλά στην περίπτωση του σουσαμιού αξίζει».

Ο Λαρισαίος γεωπόνος έχει το πλεονέκτημα να έχει κάνει το μεταπτυχιακό του στη Φυτοπαθολογία και το μεράκι να πειραματίζεται στο χωράφι, παρακολουθώντας βήμα βήμα την πορεία της καλλιέργειάς του και να προχωρά κάθε φορά που χρειάζεται σε βελτιωτικές κινήσεις. Το ευχάριστο είναι πως το σουσάμι είναι ανθεκτικό σε ασθένειες, ενώ δεν προσελκύει τα ζώα (π.χ. αγριογούρουνα, πρόβατα) και δεν κινδυνεύει με καταστροφές. Αντίθετα τα χωράφια με σουσάμι επιλέγονται από τους μελισσοκόμους, καθώς τα φυτά του αποτελούν μόνιμη και ποιοτική τροφή για τις μέλισσες, οι οποίες παράγουν ποσοτικό και ποιοτικό μέλι.

Το νέο στοίχημα για τον Δημήτρη Γκιτσάκη είναι ο λιναρόσπορος και το λαθούρι, ενώ συνεχίζει -χρόνια τώρα- να καλλιεργεί όσπρια (χαρακτηριστικό γνώρισμα της επαρχίας Φαρσάλων, με την οποία τα χωράφια του συνορεύουν).

Όσα δεν ξέρουμε

Οι σπόροι του σουσαμιού έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σε έλαιο που φθάνει το 45-60%. Το σησαμέλαιο χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων, τη ζαχαροπλαστική, την κονσερβοποιία. Επίσης χρησιμοποιείται για την παραγωγή σαπουνιών και χρωμάτων. Ο σπόρος του σουσαμιού είναι καρπός με υψηλή διατροφική αξία και γι΄ αυτό χρησιμοποιείται στην αρτοποιία (ψωμί, κουλούρια, παστέλια, κ.λπ.), την παραγωγή ταχινιού αλλά και χαλβά. Το σουσάμι, λόγω των πολλών αντιοξειδωτικών που περιέχει, προστατεύει τον οργανισμό από την κακή χοληστερίνη. Η ουσία σησαμίνη, που περιέχεται στο σουσάμι, δρα εναντίον της υπέρτασης αλλά και της δημιουργίας θρόμβων, ενώ λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε αντιοξειδωτικές ουσίες πολλές έρευνες έδειξαν την αντικαρκινική δράση του σουσαμιού. Υπάρχουν ερευνητικές εργασίες που δείχνουν ότι το σουσάμι έχει ιδιότητες πρόληψης του διαβήτη, αλλά και του καταρράκτη των ματιών. Κατά το παρελθόν πολλοί πίστευαν ότι το σουσάμι διατηρεί ακόμη κάτι από τις μαγικές ιδιότητες που του αποδιδόταν, όπως φαίνεται και από την έκφραση "άνοιξε σουσάμι" που προέρχεται από το παραμύθι «Ο Αλή μπαμπά και οι Σαράντα κλέφτες» από τις «Χίλιες και μία νύχτες».

Πηγή: Γιώργος Ρούστας, eleftheria.gr