Skip to main content
26 07 2016 | 12:14

Παρά το μικρό της μέγεθος, η κυπριακή αγορά κρύβει ευκαιρίες για το ελληνικό ελαιόλαδο

Παρά το μικρό της μέγεθος, η κυπριακή αγορά κρύβει ευκαιρίες για το ελληνικό ελαιόλαδο

Παρά το μικρό της μέγεθος η κυπριακή αγορά έχει θετικές προοπτικές για το ελληνικό ελαιόλαδο, σύμφωνα με σχετική μελέτη που συνέταξε το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Ελλάδας στην Κύπρο.

Αναλυτικότερα τα βασικά σημεία της εν λόγω μελέτης έχουν ως εξής:

Χαρακτηριστικά κυπριακής αγοράς και διατροφικές συνήθειες

Το μέγεθος της κυπριακής αγοράς είναι μικρό, δεδομένου ότι ο πληθυσμός της ανέρχεται, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, σε 847.000 κατοίκους (51,39% γυναίκες/ 48,61% άνδρες). Το γεγονός, ωστόσο, ότι η Κύπρος διαθέτει σχετικά υψηλό κατά κεφαλή εισόδημα (20.600 ευρώ το 2015) την καθιστά μία αγορά υψηλής κατανάλωσης. Το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού κατοικεί στην επαρχία Λευκωσίας (329,5 χιλ. κάτοικοι), ενώ ακολουθούν οι επαρχίες Λεμεσού (236,6 χιλ. κάτοικοι) και Λάρνακας (144 χιλ. κάτοικοι).

Ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για την πληθυσμιακή σύνθεση της Κύπρου συνιστά η αύξηση του αριθμού ξένων υπηκόων με το ποσοστό τους επί του συνολικού πληθυσμού να ανέρχεται, σύμφωνα με την Κυπριακή Στατιστική Υπηρεσία (ΥΣΤΑΤ), στο 25%, ήτοι 208.321. Εξ αυτών, 147.024 είναι υπήκοοι κρατών μελών ΕΕ και 61.301 προέρχονται από τρίτες χώρες.

Το ελαιόλαδο δεν περιλαμβανόταν στις διατροφικές συνήθειες των Κυπρίων καταναλωτών. Η επιρροή της βρετανικής κουλτούρας, αλλά και η σχετικά μικρή παραγωγή ελαιολάδου (μέχρι το 1992) είχαν ως αποτέλεσμα τη συχνή χρήση, κυρίως, της μαργαρίνης στο μαγείρεμα και των φυτικών ελαίων στις σαλάτες. Ωστόσο, το ελαιόλαδο εντάσσεται, σταδιακά, στις διατροφικές συνήθειες των Κυπρίων καταναλωτών, γεγονός στο οποίο έχει συμβάλει και η κατάργηση του σχετικού εισαγωγικού δασμού, το 2004, με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ιδιαίτερο ρόλο στη σημειωθείσα αύξηση της κατανάλωσης διεδραμάτισε και το ενισχυμένο τουριστικό ρεύμα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΥΣΤΑΤ, ο αριθμός των αφίξεων τουριστών (το 2015) ανήλθε σε 2.659.405 έναντι 2.441.239 (το 2014), σημειώνοντας άνοδο της τάξεως του 9%, με κύριες χώρες προέλευσης το Ηνωμένο Βασίλειο (1.041.208), τη Ρωσία (524.853), την Ελλάδα (139.539) και τη Γερμανία (112.219).

Εισαγωγές και κατανάλωση

Η αξία των εισαγωγών παρθένου ελαιολάδου στην Κύπρο σημείωσε, το 2015, μείωση της τάξης του 5,3 % (σε σχέση με το 2014). Σημαντική ήταν η μείωση και των εισαγόμενων ποσοτήτων που ξεπέρασε το 25%. Παρά ταύτα, η αξία των εισαγωγών από Ελλάδα σημείωσε μεγάλη αύξηση της τάξης του 30%, ενώ ανοδικά κινήθηκαν οι εισαγωγές και σε επίπεδο ποσοτήτων (αύξηση 3,1%). Ως εξ αυτού, ενισχύθηκε σε μεγάλο βαθμό και το ποσοστό συμμετοχής του ελληνικού παρθένου ελαιολάδου στο σύνολο των κυπριακών εισαγωγών παρθένου ελαιολάδου από 62,2% (2014) σε 85,8% (2015).

Η μέση τιμή του εισαγόμενου παρθένου ελαιολάδου αυξήθηκε από €2,35/κιλό, το 2014, σε €2,98/κιλό το 2015. Παράλληλα, η μέση τιμή του εισαγόμενου από Ελλάδα παρθένου ελαιολάδου κινήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα, ανερχόμενη από €2,39/κιλό, το 2014, σε €3,03/κιλό, το 2015.

Όσον αφορά στην κατανάλωση ελαιολάδου στην Κύπρο, θα πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να λαμβάνεται υπ’ όψιν ο μεγάλος αριθμός τουριστών, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο. Σημαντική αύξηση στην κατανάλωση ελαιολάδου σημειώθηκε κατά το διάστημα 2004-2007 (από 6,8 σε 8,2 χιλ. τόνους ετησίως), ενώ μετά από μία σημαντική κάμψη τη διετία που ακολούθησε (έως και 4,1 χιλ. τόνους ετησίως), επανήλθε η ανοδική τάση (5 έως και 6,5 χιλ. τόνους ετησίως), για να σταθεροποιηθεί στους 6-6,3 χιλ. τόνους ετησίως το διάστημα 2012-2015.

Παρά την ανοδική και τα τελευταία χρόνια σταθερή τάση στην κατανάλωση ελαιολάδου, η μέση ετήσια κατά κεφαλή κατανάλωση στην Κύπρο, σε σύγκριση με την κατανάλωση που παρατηρείται στις χώρες της Μεσογείου και ειδικότερα στην Ελλάδα, παραμένει σε χαμηλά επίπεδα.

Παραγωγή

Ιδιαίτερη σημασία δίδεται, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, από τις αρμόδιες κυπριακές Αρχές στη στοχευμένη ενίσχυση της ελαιοκομίας και της παραγωγής ελαιολάδου.

Η ετήσια παραγωγή ελαιολάδου στην Κύπρο σημείωσε, κατά την περίοδο 2014-2015, κατακόρυφη άνοδο από 3,8 (περίοδος 2013-2014) σε 6,2 χιλ. τόνους. Συνεπώς, μετά από ένα παρατεταμένο χρονικό διάστημα μειωμένης παραγωγής, από το 2007 έως το 2010 και την περσινή αισθητή μείωση η κυπριακή παραγωγή ελαιολάδου φαίνεται να ανακάμπτει.

Σύμφωνα με τα υφιστάμενα στατιστικά στοιχεία, τα προϊόντα της ελιάς αποτελούν το 3% του συνολικού όγκου παραγωγής των κυριότερων γεωργικών προϊόντων στην Κύπρο (μ.ο. 6.000 τ. ελαιολάδου και 10.000 τ. ελιάς), ενώ η αξία τους σε τρέχουσες τιμές παραγωγού ανέρχεται στο 9%. Οι ελαιώνες στην Κύπρο καλύπτουν έκταση 12.000 χιλ. εκταρίων, που αντιστοιχεί στο 36% των μονίμων καλλιεργειών. Ο συνολικός αριθμός των ελαιόδεντρων υπολογίζεται σε 2,7 εκ.. Η βιολογική ελαιοκαλλιέργεια στην Κύπρο, παρότι δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί σημαντικά, καλύπτει σχεδόν το 39% του συνόλου των βιοκαλλιεργειών στη χώρα.

Τιμές - συσκευασίες ελαιολάδου και πρόσβαση σε κυπριακή αγορά

Οι τιμές του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, το 2016 (καταγραφή 21.06.2016), έχουν, ως επί το πλείστον, κινηθεί ανοδικά σε σχέση με το 2013 (καταγραφή 19.08.2013). Επισημαίνουμε την είσοδο στο «ράφι» της υπεραγοράς και νέων ετικετών ή προϊόντων ελαιολάδου κυπριακής και ελληνικής προέλευσης.

Σημειώνουμε ότι η συσκευασία που διακινείται, σε μεγάλο βαθμό, από τις υπεραγορές και που προτιμάται από τους καταναλωτές, είναι αυτή του ενός λίτρου. Πέραν πάντως των καθιερωμένων σημείων πώλησης ελαιολάδου στην Κύπρο (ήτοι, υπεραγορές, μικρά παντοπωλεία, συνοικιακά περίπτερα - mini markets), το ελληνικό παρθένο ελαιόλαδο έχει εισαχθεί και σε νέα κυπριακά καταστήματα ποιοτικών εδεσμάτων (DELICATESSEN), γεγονός το οποίο συμβάλλει στην καλύτερη προβολή των ποιοτικών χαρακτηριστικών του προϊόντος, με απήχηση στη μεσαία και ανώτερη οικονομικά ομάδα καταναλωτών. Παράλληλα, το ελαιόλαδο διατίθεται και σε ξενοδοχεία - εστιατόρια από κυπριακές εταιρείες διανομής.

Η κατανομή των σημείων λιανικής πώλησης τροφίμων στην Κύπρο διαμορφώνεται ως εξής: υπεραγορές, μικρά παντοπωλεία, συνοικιακά περίπτερα (convenience stores) και φούρνοι. Παράλληλα, η διάθεση των τροφίμων σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και cafés γίνεται από κυπριακές εταιρείες διανομής που δραστηριοποιούνται στο ‘food service’.

Η πρόσβαση στην κυπριακή αγορά είναι δυνατή (α) μέσω χονδρεμπόρων, που είναι ταυτόχρονα και μεγάλοι εισαγωγείς στον τομέα των τροφίμων και συνήθως αναλαμβάνουν τη διανομή των προϊόντων αυτών στα ανωτέρω σημεία διάθεσης και (β) απευθείας από τον Έλληνα παραγωγό-μεταποιητή, ο οποίος προμηθεύει συνεταιρισμούς, αλλά και βιομηχανίες τυποποίησης ελαιολάδου σε συσκευασία χύδην (bulk).

Προτάσεις προώθησης ελαιολάδου

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ανωτέρω, στην περαιτέρω προώθηση - προβολή του ελληνικού ελαιολάδου στην Κύπρο δύνανται να συμβάλουν οι ακόλουθες ενέργειες:

(α) Η προβολή των ιδιαίτερων ποιοτικών χαρακτηριστικών του μέσα από τη συστηματική συμμετοχή στις εκθέσεις τροφίμων και γαστρονομίας που διοργανώνονται στη χώρα. Συγκεκριμένα, στη Λευκωσία διοργανώνεται η έκθεση ‘Gastronomia - Horeca’, στην οποία συμμετέχουν εταιρείες με τρόφιμα, ποτά και έτοιμα προϊόντα. Η εν λόγω έκθεση διοργανώνεται κάθε δύο χρόνια, συνήθως τον μήνα Φεβρουάριο, από τον Σύνδεσμο Αρχιμαγείρων Κύπρου και την εταιρία “Arvani Investments LTD” και είναι η κατεξοχήν επαγγελματική έκθεση στον κυπριακό επισιτιστικό κλάδο. Η τελευταία έκθεση πραγματοποιήθηκε στις 26-28 Φεβρουαρίου τ.έ.

(β) Δεδομένης της τουριστικής κίνησης στη χώρα, η διοργάνωση εκδηλώσεων γευσιγνωσίας σε μεγάλες τουριστικές μονάδες, κατά τους θερινούς μήνες, θα συνέβαλε στην περαιτέρω προώθηση του ελληνικού ελαιολάδου και σε τουρίστες (κυρίως Βρετανούς και Ρώσους), καθώς και στην ενημέρωσή τους για την ποιοτική υπεροχή και τη διατροφική του αξία.

(γ) Η ανάληψη διαφημιστικών προωθητικών ενεργειών. Ενδεικτικά, το ελληνικό ελαιόλαδο θα μπορούσε να διαφημιστεί μέσα από αφιερώματα σε εξειδικευμένα περιοδικά γαστρονομίας που κυκλοφορούν στη χώρα.