Skip to main content
06 10 2014 | 13:52

«Τις φιστικιές πρέπει να τις αγαπάς για να αποδώσουν»

Οι Αιγινήτες τα θέλουν ψημένα, οι Αθηναίοι ωμά, οι τουρίστες τα τρώνε με τα τσόφλια». Τον Νίκο Αλυφαντή (Χαϊμαντά) τον έψαξα σε όλη την Αίγινα. Οι ντόπιοι λένε ότι οι Χαϊμαντάδες ήταν από τους πρώτους που καλλιέργησαν το φιστίκι, αλλά «δεν θα τον βρεις να σου μιλήσει, είναι ένας περίεργος, εξαφανισμένος στα χωράφια». Τελικά τον βρήκα (πού αλλού;) στα χωράφια. Ένας άνθρωπος με ταλαιπωρημένα χαρακτηριστικά και δουλεμένα χέρια με καλησπέρισε ευγενικά. Η ξενάγησή μου στον κόσμο του πιο γνωστού προϊόντος της Αίγινας ξεκινούσε...

Διχάζονται οι γνώμες για το ποιος έφερε το φιστίκι στο νησί. Εκείνον τον κελυφωτό καρπό από τη Συρία, που έγινε ΠΟΠ με λίγο περισσότερο από έναν αιώνα ζωής. Οι ντόπιοι λένε ότι πιο οργανωμένα και με εισόδημα το καλλιέργησε ο γιατρός Νικόλας Περόγλου γύρω στο 1910, όταν ήρθε να εγκατασταθεί στην Αίγινα ψάχνοντας καλύτερο κλίμα για την υγεία της γυναίκας του. Τότε οι άνθρωποι καλλιεργούσαν αμπέλια και ελιές, και τους ήταν δύσκολο να ανταλλάξουν τα εργαλεία και τις γνώσεις τους με κάτι που δεν ήξεραν αν θα πετύχει. Ο Περόγλου λέγεται πως το προώθησε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και με τα χρόνια και το ιδανικό κλίμα το φιστίκι έγινε το αιγινήτικο ΠΟΠ.

Το κτήμα ο Νίκος Αλυφαντής το βρήκε από τον παππού του, τον «μπαρμπα-Νικολή τον Χαϊμαντά». Τριάντα πέντε στρέμματα σήμερα στην περιοχή της Περιβόλας, με 800 φιστικιές που τις ξέρει μία προς μία. «Είναι παιδιά μου», λέει. «Ανεβαίνω πάνω τους, τις αγκαλιάζω, τις κλαδεύω, και αυτό γίνεται τώρα 30 χρόνια». Ανύπαντρος ο ίδιος και χωρίς οικογένεια. Τον παππού του δεν τον γνώρισε, αλλά έχει ακούσει ότι «με τα πρώτα λεφτά που κέρδισε σε ένα στοίχημα πήρε ένα τσαπί. Σαν να λέμε τώρα ένα τρακτέρ. Ο κόσμος τότε επιβίωνε με λίγα λεφτά, με ανταλλαγές ζούσε περισσότερο. Ο παππούς έσκαβε την ημέρα τα ξένα κτήματα και το βράδυ τα δικά του με ένα καντήλι. Ητανε αγαθός ο κόσμος τότε, και μου έλεγε ο πατέρας μου ότι οι χωριανοί έβλεπαν από μακριά φως και νόμιζαν ότι ήταν φάντασμα».

Η χρονιά για τον αγρότη ξεκινάει τον Οκτώβριο. Tα δέντρα καθαρίζονται από τα κοτσάνια που έχουν μείνει από το ρίξιμο του καλοκαιριού. Τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο που πέφτουν τα φύλλα, ξεκινάει το κλάδεμα. «Στο κλάδεμα πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος 150%, στο όργωμα άμα θες τραγούδα». Κάθε δέντρο θέλει μισή ώρα για να κλαδευτεί, γιατί «πρέπει να το διαβάσεις, να το ερμηνεύσεις». Μετά θέλει όργωμα, κοπριά και λίπασμα, να μαζέψεις τα κλαριά, να καθαρίσεις τα χορτάρια. Από Μάιο μέχρι αρχές Ιουνίου γίνονται δύο-τρία ραντίσματα. Ιούλιο γίνεται το πότισμα, σχεδόν όλοι έχουν πηγάδια.

Από τα τέλη Αυγούστου, οπότε οι φιστικιές έχουν γεμίσει καρπούς, ξεκινάει το ράβδισμα. Τα γεμάτα τσουβάλια μεταφέρονται στον αποφλοιωτή, όπου οι καρποί κοσκινίζονται, ξεφλουδίζονται και χωρίζονται σε καλούς και σκάρτους. Οι κούφιοι οδηγούνται για κομποστοποίηση: οργανική ύλη μαζί με κοπριά, άχυρο και ζεόλιθο. Η σκούρα λάσπη που δημιουργείται είναι το καλύτερο λίπασμα. Πριν συσκευαστούν, τα φιστίκια απλώνονται στην ταράτσα για φυσική ξήρανση ή στο ξηραντήριο, για 10 ώρες σε ζεστό αέρα.

Τον ρώτησα τα μυστικά για να καλλιεργήσει κανείς καλές φιστικιές. «Το πρώτο είναι να σταματήσεις να τις βρίζεις. Η καλλιέργεια είναι ψυχολογία. Πρέπει να αγαπάς και να θαυμάζεις τα δέντρα σου για να αποδώσουν. Να δημιουργήσεις ένα μύθο για να αντέξεις. Όχι μόνο στο χωράφι, σε πολλά πράγματα για να πετύχεις πρέπει να φτιάξεις την παραμύθα σου. Να θαυμάζεις αυτό που κάνεις, να μην ακούς τι λέει ο ένας κι ο άλλος, είναι ένας αγώνας κι αυτός».

Από την Καλών Τεχνών... στο χώμα

Γύρω στα 24 πήγε στην Καλών Τεχνών για να σπουδάσει ζωγραφική. «Τελείωσα τη σχολή, δούλευα στην Αθήνα. Αλλά δεν κατάφερα να ξεριζώσω από μέσα μου αυτά εδώ», λέει κοιτώντας τα δέντρα. «Δεν με σήκωνε η πόλη, ένιωθα σαν να τελείωνε η μπαταρία μου. Θεωρούσα ανώτερη την τέχνη, αλλά η ζωή ήταν εδώ, ο πόλεμος ήταν εδώ, εκεί ήταν η βολή».

Όσο για τη «μοδάτη» γεωργία που γεννάει η κρίση τα τελευταία χρόνια, ο κ. Αλυφαντής... συνοφρυώνεται. «Όσοι πάνε να γίνουν αγρότες επειδή είναι της μόδας ή λόγω κρίσης θα αποτύχουν. Πρέπει να κατάγεσαι από αγροτική οικογένεια, αλλιώς είναι δύσκολο να επιβιώσεις. Πρέπει να ξέρεις πράγματα και να έχεις συναισθηματικό δεσμό με τη φύση. Άμα πάει ένας επιχειρηματίας στην εξοχή και καθίσει με το κομπιούτερ να υπολογίσει ποσότητες και έσοδα, δεν θα του βγει. Πρέπει να το πονάς, αλλιώς δεν σε κρατάει το χώμα».

Ο εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Νέα Εποχή» και βασικός ιδρυτής του Φεστιβάλ Φιστικιού, Κώστας Ντρης, λέει: «Μέχρι και το 2008 η οικοδομική ανάπτυξη της Αίγινας ήταν φοβερή και το φιστίκι σε ανυποληψία, γιατί ο κόσμος είχε άλλα έσοδα. Με την κρίση, πολλοί έγιναν φιστικοπαραγωγοί. Σε αυτό συνέβαλε και το Φεστιβάλ Φιστικιού, που κάθε χρόνο φέρνει κόσμο στην Αίγινα και βοηθάει εμπορικά». Η γιορτή ξεκίνησε πριν από έξι χρόνια από μια ομάδα ανθρώπων που φαντάζονταν το φιστίκι ως σύμβολο του νησιού και πίστευαν ότι του αξίζει παραπάνω αναγνώριση. Επί τρεις ημέρες, το λιμάνι γεμίζει λευκά κιόσκια, εκδηλώσεις και δεκάδες εμπόρους και παραγωγούς.

Αρκεί όμως το φεστιβάλ ως πρακτική μάρκετινγκ για να «σπρώξει» τόσους τόνους φιστικιού που βγαίνουν κάθε χρόνο; Η φωτογράφος και φιστικοπαραγωγός Λένα Μαρίνη λέει: «Η Αίγινα θα έπρεπε να διαθέτει τον καρπό της σαν premium προϊόν, αξιοποιώντας ορθές γεωργικές πρακτικές και φτιάχνοντας μια όσο το δυνατόν ενιαία καλλιεργητική γραμμή. Τουναντίον, στα σακουλάκια οι τιμές διαφέρουν, κάποιοι είναι στον Αγροτικό Συνεταιρισμό, κάποιοι όχι θα μπορούσαμε να προωθήσουμε το προϊόν μας καλύτερα».

Ενδεικτικά, η τιμή χονδρικής για ένα κανονικού μεγέθους σακουλάκι είναι 6 €, ενώ ο καταναλωτής το αγοράζει από 8 έως 11 €. Ενας παραγωγός με 100 δέντρα σε μια καλή χρονιά βγάζει γύρω στον έναν τόνο ξερό φιστίκι, άρα τα έσοδά του κυμαίνονται γύρω στις 10.000 €, χωρίς να υπολογίσουμε έξοδα μεταποίησης, ψησίματος κ.λπ. Η καλλιέργεια είναι δαπανηρή, πόσω μάλλον όταν καλή συγκομιδή έχουμε ανά διετία. Η κ. Μαρίνη θυμάται τη συγκομιδή ως τη μεγαλύτερη χαρά του παιδιού. «Μεγάλωσα κάτω από τη φιστικιά. Στρογγυλοκαθόμουν στην πάνα, τα φιστίκια έπεφταν βροχή με το ράβδισμα και περισσότερο έτρωγα παρά μάζευα. Μας ξυπνούσαν οι γονείς μας 5.30-6 το πρωί, βάζαμε τα χειρότερα ρούχα, γιατί η φιστικιά έχει ρετσίνι, και μαζεύαμε τη χαμάδα».

Αν λοιπόν βρεθείτε στην Αίγινα και το τραβάει η καρδιά σας, να πάτε στου Βωβού, «γιατί όποιος έρχεται εδώ βουβαίνεται, παιδί μου», στο κτήμα του Χαϊμαντά. Κερνάει αλμυρούς καρπούς με ουζάκι και γλυκόπιοτες ιστορίες.

πηγή: Μαρία Κοραχάη, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ