Skip to main content
12 05 2015 | 09:40

Μαρία Γεραρή: Μία Ελληνίδα υποψήφια για τον τίτλο του Master of Wine

Μαρία Γεραρή: Μία Ελληνίδα υποψήφια για τον τίτλο του Master of Wine

Η γοητεία που ασκεί το κρασί σε όλους όσοι ασχολούνται με αυτό είναι αναμφισβήτητη. Αρκεί μια πρώτη επαφή, η συμμετοχή στον πρώτο κύκλο σπουδών της σχολής WSET, ένα σεμινάριο γευσιγνωσίας ή η παρακίνηση από κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που είναι μυημένο στο κρασί, για να προσβληθεί κανείς από τον ιό -ή καλύτερα τον μύκητα- και η «ζύμωση» ξεκινάει.

Σύντομα, το κρασί γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι στη ζωή κάποιου και η ανάγκη για καλύτερη γνωριμία με τον μικρόκοσμό του βασική. Αυτό που αρχίζει σα μια απλή ασχολία μετατρέπεται σταδιακά σε αυτοτροφοδοτούμενο πάθος, χωρίς ωστόσο τον κίνδυνο να μετατραπεί σε αμαρτία.

Σε αυτά τα άτομα, τα παθιασμένα με το κρασί, ανήκει χωρίς αμφιβολία και η Μαρία Γεραρή.

Η απόλυτη αγάπη για το κρασί ήταν αυτό που την οδήγησε να επιλέξει την οινολογία αντί της νομικής, όταν έπρεπε να αποφασίσει για το επαγγελματικό της μέλλον.

Ωστόσο, όπως η ίδια μας εκμυστηρεύεται, ήταν ο πατέρας της αυτός που της μετέφερε το πάθος του, και ο ίδιος ένας φανατικός οινόφιλος. «Θυμάμαι» λέει η Μαρία Γεραρή «ότι με ρωτούσε πάντα ποιο κρασί να διαλέξουμε στο εστιατόριο ή ότι μου ζητούσε να κολλήσω το αυτί μου σε κάποιο βαρέλι στο κελάρι μας, για να αφουγκραστώ τη μαγεία που συνέβαινε μέσα του».

Κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο ΤΕΙ Οινολογίας στην Αθήνα, είχε την ευκαιρία να εργαστεί στο wine club του Δρ. Δημήτρη Χατζηνικολάου, ο οποίος την προέτρεψε να συνεχίσει τις σπουδές της στο Bordeaux, όπως και έγινε.

Χρόνια αργότερα, έχοντας λάβει το ‘Diplôme universitaire d’aptitude à la dégustation des vins (DUAD)’ από το Institut des sciences de la vigne et du vin (ISVV) στο Bordeaux και τον μεταπτυχιακό τίτλο ‘Master Pro 2 Management commercial du vin et des spiritueux (MCVS)’ από το Πανεπιστήμιο Montesquieu Bordeaux IV, απέκτησε, όπως η ίδια περιγράφει, ένα πεδίο γνώσης 360 μοιρών σχετικά με το κρασί. Σε αυτές τις σπουδές, φυσικά, ήρθαν να προστεθούν και αμέτρητες ώρες εργασίας στον χώρο του κρασιού σε Ελλάδα, Γαλλία και Ιταλία, όπου και ζει μέχρι σήμερα.

H πρώτη επαφή με το IMW

Τι ήταν όμως αυτό που την επηρέασε περισσότερο, ώστε να αποφασίσει την εισαγωγή της στο πρόγραμμα σπουδών του Ινστιτούτου των Master of Wine (IMW);

Όπως μας λέει η ίδια «η μητέρα μου υπήρξε πάντα η πηγή της έμπνευσής μου. Στη διάρκεια μιας εκδρομής με κάποιο wine club σε οινοποιεία της Πελοποννήσου, κι ενώ είχα ήδη ολοκληρώσει τον πρώτο χρόνο των σπουδών μου, κάποιος από το wine club μου μίλησε για τo IMW και τον Έλληνα Master of Wine, Κωνσταντίνο Λαζαράκη. Η ιδέα να αποκτήσω μια ευρεία και βαθιά γνώση πάνω στον κόσμο του κρασιού χτύπησε μια ευαίσθητή μου χορδή και έγινε αυτόματα η πρόκληση στη ζωή μου. Η ευκαιρία εμφανίστηκε δέκα χρόνια αργότερα όταν το IMW οργάνωσε το πρώτο κλειστό Masterclass στην Ιταλία, στο κτήμα Tignanello».

Η πρόκληση

Το πρόγραμμα σπουδών του IMW είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα πιο απαιτητικά στον χώρο του κρασιού διεθνώς. Οι δυσκολίες αλλά και οι προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ένας σπουδαστής μέχρι να λάβει τον τίτλο Master of Wine είναι πολλές και συχνά διαφορετικές για τον καθένα. Για τη Μαρία, όπως μας λέει, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η διαχείριση του χρόνου, όχι μόνο αυτού που χρειάζεται για να απαντήσει κάθε φορά στις ερωτήσεις των εξετάσεων, αλλά και αυτού που απαιτείται για το σύνολο των σπουδών: «το να σπουδάζεις για το Master of Wine είναι σα να προπονείσαι για τον Μαραθώνιο» και συνεχίζει «χρειάζεται να κρατάς έναν δυνατό βηματισμό και να παραμένεις σε αυτόν προσηλωμένος. Οι περισσότεροι σπουδαστές του προγράμματος είναι πετυχημένοι επαγγελματίες του κρασιού με πλήρες ωράριο εργασίας. Όπως μου έχει πει και ο άλλος Έλληνας υποψήφιος Master of Wine, Γιάννης Καρακάσης, χρειάζεται τουλάχιστον 8 ώρες μελέτης καθημερινά για να πετύχεις, κάτι που το κάνει από μόνο του να είναι μια δουλειά πλήρους απασχόλησης. Μέχρι πρόσφατα, συνήθιζα να σηκώνομαι κάθε μέρα στις 4 το πρωί για μελέτη, προτού πάω στην εργασία μου. Μόλις τον τελευταίο μήνα αποφάσισα να πάρω άδεια και να επικεντρωθώ στις εξετάσεις».

Η αμφιβολία

Οι επιτυχίες στη ζωή συχνά δεν κρίνονται μόνο από το αποτέλεσμα, αλλά και από εκείνες τις δύσκολες στιγμές κατά τις οποίες αμφιβάλλουμε για το νόημα όλων των σοβαρών αποφάσεων και, κατ’ επέκταση, των πράξεών μας. Στην ερώτηση μας εάν η Μαρία βρέθηκε ποτέ στο σημείο να αναρωτηθεί για το νόημα αυτής της προσπάθειας, η απάντηση ήταν σαφής: «Ναι, αλλά η αμφιβολία διαρκεί για κάποια δέκατα του δευτερολέπτου» και συνεχίζει «υπάρχουν στιγμές που νιώθεις πολύ ταπεινός. Ωστόσο, η συνεχής απόκτηση γνώσεων, τα κρασιά που δοκιμάζεις, τα μέρη που επισκέπτεσαι και, πάνω απ’ όλα, οι θαυμάσιοι άνθρωποι τους οποίους συναντάς δίνουν μεγάλη αξία στην όλη προσπάθεια».

Η φιλοσοφία της προσέγγισης

Πολλές φορές, θέλοντας να επιδείξουμε τις γνώσεις μας πάνω στο κρασί, καταφεύγουμε σε περίτεχνες εκφράσεις που κινούνται ανάμεσα στον υπέρμετρο ενθουσιασμό και την ψυχρή καταγραφή. Αυτό, συχνά σε συνδυασμό με μια αρκετά μεγάλη δόση αυστηρότητας αλλά και προκατάληψης, μπορεί να μας στερήσει τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε το κρασί ουσιαστικά και σε όλη του την έκταση, καταστρέφοντας έτσι την ευχαρίστηση που μπορεί να μας προσφέρει.

Πού σταματάει λοιπόν η αξιολόγηση και πού αρχίζει η ευχαρίστηση; Μπορούν αυτά τα δύο να συνδυαστούν αρμονικά; Τι είναι αυτό που πρέπει οι οινόφιλοι να έχουν πάντα υπόψη τους όταν προσπαθούν να αξιολογήσουν ένα κρασί;

«Οι οινόφιλοι» μας λέει η Μαρία «θα πρέπει να θυμούνται ότι είναι φίλοι του κρασιού και όχι εχθροί του. Μπορείς να αναλύεις ένα κρασί όσο θέλεις, αλλά χρειάζεται πάντα να θυμάσαι πως πρέπει να δείχνεις σεβασμό σε αυτό που έχεις μέσα στο ποτήρι σου. Υπάρχουν άνθρωποι -και αμπέλια- που εργάστηκαν σκληρά γι’ αυτό. Έτσι, συχνά η αξιολόγηση μπορεί να συνοδεύεται και από ευχαρίστηση, ωστόσο επιλέγω να βάζω όρια στον βαθμό που αποκωδικοποιώ ένα κρασί. Άλλωστε, ένα μεγάλο κρασί δεν θα ήταν μεγάλο εάν καταφέρναμε να αποκαλύψουμε όλα του τα μυστικά».

Το κοσμοπολίτικο οινικό υπόβαθρο της Μαρίας μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα μόνο αν φανταστούμε τις τρεις χώρες του κρασιού, Ελλάδα, Ιταλία και Γαλλία, ως συγκοινωνούντα δοχεία. Ίσως σε αυτό να οφείλεται και το γεγονός ότι τρεις από τις αγαπημένες της ποικιλίες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, είναι το ελληνικό Ασύρτικο, το γαλλικό Cabernet Franc και το ιταλικό Aglianico.

Πηγή: ΜΟΝΟΠΟΛ

Πηγή φωτογραφίας: Maria Gerari