Skip to main content
07 01 2019 | 15:38
του Denis Duclos
του Denis Duclos

«Ψύχωση» με ή χωρίς αιτία

Όλοι θυμόμαστε την επιδημία των «τρελών αγελάδων» που χτύπησε την Ευρώπη από το 1986 ως το 2000 φτάνοντας στο σημείο να γίνει αιτία θανάτου για 200 άτομα. Οι «τρελές αγελάδες» μαζί με τη γρίπη των πουλερικών υπήρξαν βασικές αιτίες για μια μεγάλη στροφή προς τη φυτοφαγία. Επιστροφή στον Δεκέμβριο του 2000 όταν κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης πανικόβλητης από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης και από τον φόβο μιας επιδημικής εξάπλωσης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, που μεταδίδεται στον άνθρωπο με την κατανάλωση βοδινού κρέατος, η γαλλική κυβέρνηση αποφάσισε τελικά να απαγορεύσει τελείως τη χρήση ζωικών αλεύρων. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες υιοθέτησαν επειγόντως ταυτόσημα μέτρα. Ένα είδος «συλλογικής ψύχωσης» φαίνεται να κυριεύει τους πολίτες η οποία θεμελιώνεται στην πεποίθηση ότι οι σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση διαστρέφονται όλο και περισσότερο.

Οι άνθρωποι απεχθάνονται να τους αιφνιδιάζει η φύση. Προτιμούν να προβλέπουν τις καταστροφές που παίρνουν «αποκαλυπτικές» διαστάσεις παρά να πέφτουν θύματα μιας αναπάντεχης, ακόμη και περιορισμένης, καταστροφής. Έτσι, οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν να συγγράψουν τη δική τους δραματουργία τρόμου. Για να στήσουν αυτή την τελετουργία εξορκισμού επέλεξαν ένα φαινόμενο: τη λεγόμενη νόσο των τρελών αγελάδων. Τα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης προβάλλουν εκτεταμένα την υπόθεση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και της μετάδοσής της στον άνθρωπο (σε μια παραλλαγή της νόσου Κρόιτσφελντ Γιάκομπ), γιατί πρόκειται για θέμα που κατ' εξοχήν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χειραγώγησης στη σκηνή των μέσων ενημέρωσης: είναι, πια, εφικτό να προβάλλονται εικόνες ετοιμοθάνατων παιδιών. Επίσης, εδώ και καιρό έχουν προβληθεί σκηνές με ζώα που σφαγιάζονται, που ξεκοιλιάζονται, που κόβονται κομμάτι-κομμάτι, με μια σχεδόν επιστημονική ακρίβεια, που παραπέμπει στα Βιομηχανικά σφαγεία. Μπορούμε να πληροφορηθούμε πώς καταστρέφεται ο εγκέφαλος ενός ζωντανού ζώου, με την εισαγωγή ενός μεταλλικού εξαρτήματος στο αυτί του, ή πώς του χορηγείται με ένεση, εάν είναι «τρελό», μια θανατηφόρα δόση του ισχυρού φυτικού δηλητηρίου κουράριο (αφού έχει ναρκωθεί όπως αρμόζει στους καταδικασμένους σε θάνατο - τους οποίους ας σημειωθεί η Ευρώπη δεν «παράγει» πια).

Με δύο λόγια προσφέρεται στο κοινό ένας τεράστιος δίσκος ατιμώρητων απολαύσεων που έχουν αποστειρωθεί τέλεια μέσα στην αντικειμενική γλώσσα της ενημέρωσης και στη συνέχεια απωθούνται έντονα με τις διατροφικές φοβίες ή τα ξαφνικά χορτοφαγικά πάθη που ξεσπούν.

Έτσι, στηριζόμενη σε μια «ψύχωση», που έχει ξεσπάσει με τεχνητό τρόπο, η απαγόρευση της μπριζόλας με κόκκαλο (που πλήττει τυφλά τόσο τα καλά όσο και τα κακά σφάγια) προστίθεται στον διαρκώς διευρυνόμενο κατάλογο των μέτρων δημόσιου ελέγχου της ιδιωτικής ζωής. Η επιβολή τού τι πρέπει και τι δεν πρέπει να μπαίνει στο πιάτο του καθενός, στο όνομα «απόλυτων» επιταγών της δημόσιας υγείας, μοιάζει να είναι η εκδίκηση μιας κρατικής κυριαρχίας, η οποία μόλις πρόσφατα είχε ταπεινωθεί από την υποχρέωση - αυτή τη φορά απέναντι σε «κινήματα βάσης» που δεν είχε η ίδια εφεύρει - να περιορίσει τη συμμετοχή της στα κέρδη των εταιρειών πετρελαίου.

Αλλά μια ανάλυση που θα σταματούσε εδώ θα ήταν ανεπαρκής. Η υπόθεση των «τρελών αγελάδων» παρουσιάζει άλλο ένα πολύ χρήσιμο χαρακτηριστικό της κοινωνίας: επιτρέπει την απόδοση της καταστροφής στους ανθρώπους, χωρίς ωστόσο να στέκεται σε κάποιο σαφώς προσδιορισμένο αποδιοπομπαίο τράγο. Καμία εθνική κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για τους ανεπαρκείς ελέγχους των ζωικών αλεύρων, (τα οποία αλλού απαγορεύονται και αλλού όχι) όλες στρέφονται στον ελλιπή συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ τα ευρωπαϊκά όργανα επιστρέφουν την «καυτή πατάτα» στους πρωταγωνιστές: από αυτούς εξαρτάται η συνεννόηση μεταξύ τους.

Η προσοχή συγκεντρώνεται λοιπόν στους κτηνοτρόφους, οι οποίοι γρήγορα προκαλούν τη συμπόνια λόγω της προφανούς καλοπιστίας τους, της σκληρότητας που χαρακτηρίζει την πλήρη σφαγή όλων των κοπαδιών και της βέβαιης καταστροφής των ίδιων. Εάν, όμως, θέλουμε να καταδικάσουμε τους προμηθευτές ζωικών αλεύρων αυτοί με μεγάλη άνεση μπορούν να επικαλεσθούν τη μη ανίχνευση της νόσου πριν από την εκδορά και τον τεμαχισμό των ζώων, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις οφείλεται στην έλλειψη αποδεικτικών εξετάσεων πριν εκδηλωθούν τα συμπτώματα της νόσου.

Ο ρόλος των εξετάσεων αυτών, που τόσο αποδοκιμάστηκε, αποκαλύπτεται σε όλη την «αναγκαιότητά» του όταν σκέφτεται κανείς ότι πρέπει να αποτεφρωθούν στο εξής ολόκληρα βουνά ζωικών αλεύρων και να αγοραστεί, σε υψηλή τιμή, αμερικανική σόγια, γενετικά μεταλλαγμένη, για να τα αντικαταστήσει. Βέβαια, υπάρχει αυτή η ιστορία του «προϊόντος που δεν έχει θερμανθεί αρκετά» (που, με παράξενο τρόπο, μας φέρνει στο νου την υπόθεση του μολυσμένου με τον ιό του AIDS αίματος), κανείς, όμως, δεν στέκεται πολύ σε αυτήν. Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για υπερβολικά τεχνικό ζήτημα.

Όσο για τους επιστήμονε που αργοπορημένα καταπιάστηκαν με το ζήτημα είχαν για πολύν καιρό χαθεί σε εικασίες γύρω από τη λειτουργία του παθολογικού «πριόν» γύρω από ενδεχόμενους ιούς που συνδέονταν με αυτό και γύρω από άλλους πιθανούς τρόπους μετάδοσης από είδος σε είδος και μεταξύ του ίδιου είδους, αλλά τώρα πια δέχονται υποστήριξη και όχι αποδοκιμασίες κι έτσι προχωρούν. Με δύο λόγια νά που ξεδιπλώνεται μια σκηνή όπου παρά τον πόνο των μεν και τις οικονομικές δυσχέρειες των δε (και ίσως χάρη σε αυτούς) παρακολουθούμε μια ολόκληρη ανθρώπινη κοινωνία να στρώνεται στη δουλειά για να λύσει ένα παράδοξο που προέκυψε από την «πρόοδο». Γιατί είναι προφανές ότι το διακύβευμα της υπόθεσης υπερβαίνει την επείγουσα ανάγκη να τιθασευτεί απλώς μια επιζωοτία που συνοδεύεται από μια επιδημία (ακόμη απείρως λιγότερο θανατηφόρα από τον διαβήτη τα καρδιακά νοσήματα τα τροχαία δυστυχήματα τις αυτοκτονίες ή το AIDS. Είναι γνωστό ότι το ξεπέρασμα του φράγματος των ειδών (που άλλωστε επιχειρούμε σε αναρίθμητους τομείς από τους oποίους η χρησιμοποίηση μοσχευμάτων ζώων είναι ο πιο γνωστός), θέτει προβλήματα διαφορετικής τάξης, ανάμεσα στα οποία και το άκρως συμβολικό της γνώσης του πού αρχίζει ο άνθρωπος και ο «ιδιαίτερος» σεβασμός που του αρμόζει.

Σήμερα το ανθρώπινο είδος διακινδυνεύει την αυτοκαταστροφή του ως πληθυσμού που ζει στην επιφάνεια ενός μολυσμένου πλανήτη, αλλά δεν μπορεί να φανταστεί για τον εαυτό του ένα πεπρωμένο που θα το οδηγούσε στην κοινή τύχη των πληθυσμών των βακτηρίων ή των εντόμων που εξάντλησαν το περιβάλλον τους. Δεν μπορεί να συγκατατεθεί σε κάτι τέτοιο παρά μέσω αποκυημάτων της φαντασίας μυθικών ιστοριών ή ονείρων που του λένε αυτό που δεν θα μπορούσε να δει χωρίς να ξεπέσει από το επίπεδο του ανθρώπινου είδους.

Η ιστορία των τρελών αγελάδων διαθέτει έτσι, εκτός από τις αναμφισβήτητες πολιτικές χρήσεις της, μια ειδική «λειτουργία» που, από μόνη της, εξηγεί γιατί η υπόθεση είναι αδύνατον να κορεστεί (ενώ το AIDS, πολύ πιο εξαπλωμένο και μάλιστα σε έξαρση στην Αφρική και την Ασία δεν προκαλεί πλέον «σκάνδαλο»): μας περιγράφει πώς μπορούμε να αυτοκαταστραφούμε καταστρέφοντας με βιομηχανικό τρόπο άλλες μορφές ζωής, ακριβώς όπως τα βοοδειδή μολύνονται τρώγοντας... βοδινό κρέας μολυσμένο και αυτό από την ανάλωση κρέατος προβάτων που είχαν προσβληθεί από τρέμουλο.

Μπροστά στην υποβλητική δύναμη αυτής της ονειρικής μεταφοράς ας παραδεχθούμε ότι το σύστημα άμυνας των επαγγελματιών της αγρο-διατροφικής βιομηχανίας, οι οποίοι μας διαβεβαιώνουν ότι τα ζώα δεν τρέφονται παρά μόνο σε ποσοστό 4% με ζωικά άλευρα, είναι αδύναμο. Θα λέγαμε άραγε ποτέ ότι τα μέλη μιας φυλής που τρώει μόνο το 4% από τα σώματα των εχθρών της είναι κανίβαλοι σε ποσοστό 4%;

Αντίθετα, βρισκόμαστε στο πεδίο τού όλα ή τίποτε (που δεν είναι περισσότερο ανορθολογικό από κάποιο άλλο, αφού είναι το πεδίο της πληροφορικής). Είναι, επομένως, ιδιαίτερα δύσκολο να αντισταθούμε στον πειρασμό να συμπληρώσουμε ασυνείδητα την ακόλουθη φράση: εάν το μοσχάρι αρρώστησε από αυτοφαγία έχοντας τραφεί με πρόβατο, ο άνθρωπος τρώγοντας βοδινό κρέας θα γίνει αυτοφάγος και θα αρρωστήσει από την αυτοφαγία του. Δεν αναζητούμε άραγε μυστηριώδες τρόπους μετάδοσης της μόλυνσης μεταξύ ανθρώπων που έχουν αρρωστήσει και διαμένουν σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους; Παράλογο εγχείρημα θα πουν ορισμένοι. Φυσικά, αλλά εξηγήσιμο, με βάση τη λανθάνουσα μεταφορά, που βρίσκεται στο μυαλό όλου του κόσμου, θα απαντήσει ο ανθρωπολόγος. 

Aς προχωρήσουμε πιο μακριά: Είναι πιθανό οι λεγόμενες τρελές αγελάδες να μας χρησιμεύουν για να μας αναπαραστήσουν, με τη μορφή μεταφοράς, τις κλιματικές αλλαγές και τον παραλογισμό τους, ο οποίος είναι αδύνατο να αναπαρασταθεί, καθώς, στην πραγματικότητα, πρόκειται για την αυτοκαταβρόχθιση του ανθρώπινου πολιτισμού.

Θα χρειαζόταν, για να είναι τελικά αποτελεσματική η λειτουργία αυτή της συλλογικής ψύχωσης, να μην αρκούμαστε να απαντάμε στο ζήτημα αυτό στρεφόμενοι npos τον περιορισμένο κατάλογο των απαγορεύσεων και των ελέγχων (που, κατά παράδοξο τρόπο, πάντοτε ρίχνει το βάρος της ευθύνης ακριβώς στα πρόσωπα και τις δραστηριότητες με τη μεγαλύτερη αξιοπιστία: παραδοσιακή κτηνοτροφία, μικρά κρεοπωλεία, που συνεργάζονται απευθείας με τους κτηνοτρόφους κ.λπ.) αλλά να παραδεχτούμε, επιτέλους, ότι η κεντρική πολιτική συζήτηση των χρόνων που έρχονται θα αφορά τις σχέσεις μας, ως κοινωνίας, με τη φύση. Το να επιτιμούμε τους οικολόγους για τη βαθύτερη αδυναμία τους να υλοποιήσουν το πρόγραμμά τους σίγουρα δεν θα είναι αρκετό.

Πηγή: Le Monde Diplomatique, ελληνική έκδοση

*Ο Denis Duclos είναι κοινωνιολόγος, διευθυντής έρευνας στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (Centre National de Ιa Recherche Scientifique - CNRS) στο Παρίσι. Συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του «Nature et démocratie des passions», PUF, Παρίσι, 1996.