Skip to main content
15 01 2020 | 13:38
του Γιάννη Κολλάτου
του Γιάννη Κολλάτου

Η λάθος προσέγγιση στο πολύπλοκο αγροτικό πρόβλημα της χώρας

Ασφαλώς και ο αγροτικός τομέας για να αναπτυχθεί απαιτεί αποφάσεις στήριξης της αγροτικής επιχειρηματικότητας και όχι μόνο προνοιακού τύπου- επιδοματικές πολιτικές στην ύπαιθρο.

Έτσι εξηγείται και η κυβερνητική απόφαση της ενίσχυσης των αγροτικών φωτοβολταϊκών, ακόμη και σε γόνιμες γαίες και η ενθάρρυνση των αμπελουργών να πάνε σε ιδιωτική εμφιάλωση του τσίπουρου, αντί της παραγωγής και διακίνησης του χύμα, ή ακόμη και η συμμετοχή ιδιωτών σε συνεταιρισμούς ή η εξαγορά αυτού που απέμεινε από την ΕΒΖ από εισαγωγέα και έμπορο ζάχαρης, ο οποίος προφανώς ελάχιστα ενδιαφέρεται για την παραγωγή εγχώριας… Έτσι εξηγείται και η μερική υιοθέτηση των προτάσεων της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ, από τον τότε και νυν υπουργό Ανάπτυξης κ. Χατζηδάκη ( η πλήρης ήρθε επί των ημερών της αριστερής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ) για την απελευθέρωση της ημερομηνία λήξης στο φρέσκο γάλα, που εξαφανίζει την αγελαδοτροφία.

Όλα τα παραπάνω όμως απαιτούν κεφάλαια και αγρότες με κατάρτιση και στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικών. Υπάρχουν τέτοιοι σίγουρα και χρειάζονται στήριξη. Πλην όμως στην ελληνική ύπαιθρο σήμερα συναντά κανείς κυρίως ηλικιωμένους αγρότες, με αρκετά και σημαντικά προβλήματα ρευστότητας. Η ακτινογραφία σήμερα στα ελληνικά χωριά είναι ελάχιτεςαγροτικές οικογένειες, που είτε έχουν εξαγοράσει, ή νοικιάσει την καλλιεργήσιμη γη, πολλοί μετανάστες, που είναι τα παραίτητα εργατικά χέρια και ελάχιστη, ως καθόλου κοινωνική και πολιτιστική ζωή. Και υτό οφείλει να ανατραπεί, αν θέλουε έναν βιώσιμο αγροτικό τομέα, υποστηρηκτικό της ..βαριάς μας βιομηχανίας που είναι ο τουρισμος, αλλά και των εξαγωγών και της μεταποιητικής μας δραστηριότητας.

Πρόκειται για μία πολιτική «φιλελευθεροποίησης» του αγροτικού τομέα, που συντελείται πανευρωπαϊκά και παγκόσμια, αν και η ιστορία με τα φωτοβλταϊκά των αγροτών, μοιάζει με «δημοσιοϋπαλληλίκι» και επιδοματική πολιτική «από την πίσω πόρτα», αφού ο Τρικαλινός υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Σκρέκας διατείνεται ότι «θα σας κόβω μηνιάτικο από τον ήλιο» στις περιοδείες του στα χωριά της εκλογικής του περιφέρειας.

Από την άλλη ο υπουργός Ανάπτυξης Κωστής Χατζηδάκης προχωρά μέσω του ΕΣΕΚ τις ενεργειακές καλλιέργειες προτείνοντας μάλιστα και συνδεδεμένη ενίσχυση, χωρίς καν να έχει συζητηθεί η νέα ΚΑΠ. Διότι προφανώς ο ενεργειακός σχεδιασμός κατά τον ίδιο προέχει του παραγωγικού σχεδιασμού της χώρας... Η κατ’ αποκοπή όμως χάραξη πολιτικής δεν οδηγεί πουθενά. Χωρίς ένα εθνικό master plan, που θα απαντά σε βασικά ερωτήματα -όπως του ποιοι είμαστε τι θέλουμε και τι μπορούμε να καλλιεργήσουμε, τι θέλουν οι αγορές και πως και αν μπορούμε με τρόπο ανταγωνιστικό να τις καλύψουμε- δεν έχουμε μέλλον ως χώρα…

Όλα τα παραπάνω παραπέμπουν σε λιγότερους αγρότες και συγκέντρωση της γης στους πιο εύρωστους σε κάθε χωριό και συνέργειες με τις μεταποιητικές επιχειρήσεις, οι οποίες προς το παρόν εκμεταλλεύονται το θεσμικό κενό και τιμολογούν κατά το δοκούν, αφού δεν έχουν απέναντί τους ένα οργανωμένο συνεταιριστικό κίνημα. Είναι άλλωστε και επιταγή της Mckinsey, που έχει εκπονήσει σχέδιο για την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα στη χώρα, ενώ και ο περιβόητος «μπλε φάκελος» που μοίρασε ο πρωθυπουργός στους υπουργούς έχει στόχους και μετρήσιμα μεγέθη, που υπηρετούν αυτή τη φιλοσοφία.

Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό, αλλά ο οικονομικός δαρβινισμός σε έναν τομέα όπως ο πρωτογενής, όπου παγκόσμια εφαρμόζεται ο «απόλυτος προστατευτισμός» από τις πιο φτωχές, έως τις πιο προηγμένες χώρες, είναι κατά βάση ένα άλμα στο κενό.

Η τέχνη της πολιτικής είναι να βρεις εκείνες τις ισορροπίες ώστε και την αναπτυξιακή ώθηση- που τη χρειάζεται όσο ποτέ ο αγροτικός τομέας- να δώσεις, αλλά και τον αγροτικό πληθυσμό στην ύπαιθρο να διατηρήσεις σε τέτοια επίπεδα που θα σου επιτρέπουν να υποστηρίξεις και τις πολιτικές σου στην Ε.Ε. για την Κοινή Αγροτική Πολιτική.αλλά και το σχεδιασμό σου για εθνική επιβίωση, ανάσχεση του δημογραφικού, διατήρηση της εθνικής συνοχής, σε ένα κόσμο πολυπολιτισμικό και πολυεπίπεδο ούτως ή άλλως.

Κυρίως θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι αν έχουν αποκτήσει μία προστιθέμενη αξία τα ελληνικά προϊόντα όπως η φέτα, το γιαούρτι, το λάδι, ή οι ελιές, αυτό δεν οφείλεται μόνο σε άξιους μεταποιητές , αλλά και σε μικρούς παραγωγούς που παραμένουν στα χωριά και διατηρούν αυτή την παράδοση στην καλλιέργεια, εκτροφή και παραγωγή γνήσιων προϊόντων…

Η προστιθέμενη αξία είναι το παραδοσιακό, το γνήσιο, το φτιαγμένο με μεράκι και αυτό προκρίνουν και οι καταναλωτές -τουρίστες που μας επισκεπτονται και γίνονται πρεσβευτές του ελληνικού τρόπου ζωής και όχι το βιομηχανοποιημένο, από πολυεθνικές.

Αυτό το εναλλακτικό είναι που έδωσε και δίνει ώθηση και στο τουριστικό μας προϊόν συνδέεται με το παραγωγικό μας μοντέλο. Και εν κατακλείδι άλλο είναι να διαπραγματεύεσαι την ΚΑΠ με 700.000 ενεργούς αγρότες και άλλο με τους μισούς ή και λιγότερους…

Δεν υπάρχει τελικά λάθος σχεδιασμός σε αυτό τον τόπο. Απλά δεν υπάρχει κανένα σχέδιο...

*διευθύνοντος συμβούλου του τηλεοπτικού σταθμού "Θεσσαλία"

Πηγή: thessaliatv.gr