Skip to main content
11 02 2019 | 07:15
των Δημήτριου, Γιώτας και Φώτιου Ντελή
των Δημήτριου, Γιώτας και Φώτιου Ντελή

Η δεύτερη Αγροτική Μεταρρύθμιση

Η πρώτη αγροτική μεταρρύθμιση έγινε τη δεκαετία του 1920. Οι τότε κυβερνήσεις του Ελ.Βενιζέλου κατάρτισαν το νομοθετικό πλαίσιο και ο Νικ.Πλαστήρας το 1923, με τη βραχύβια επανάστασή του πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη αγροτοκοινωνική μεταρρύθμιση καταργώντας τα "τσιφλίκια" και διανέμοντας τη γη σε γηγενείς ακτήμονες, αγρότες και πρόσφυγες. Κύριος σκοπός ήταν η αντιμετώπιση του επισιτιστικού προβλήματος, του αγροτικού πληθυσμού και δευτερευόντως η προμήθεια της αγοράς.

Έτσι, οι Έλληνες " κολίγοι" και οι "παρακεντέδες" έγιναν αφέντες με δικό τους κλήρο. Την ίδια περίοδο, οι κυβερνήσεις Βενιζέλου ίδρυσαν το Υπουργείο Γεωργίας, την Αγροτική Τράπεζα, τις δευτεροβάθμιες οργανώσεις όπως π.χ. την ΚΥΔΕΠ και οι αγρότες υποχρεωτικά έγιναν μέλη των γεωργικών συνεταιρισμών.

Τριάντα χρόνια πριν, επί πρωθυπουργίας του Χαρ.Τρικούπη, η αντίληψη ήταν ο εκσυγχρονισμός των "τσιφλικιών", η ίδρυση μονάδων μεταποίησης της γεωργικής παραγωγής και η ανάπτυξη της βιομηχανίας. Ο Τρικούπης σε απάντηση ερώτησης στη βουλή είπε επί λέξη: "Εάν επιβάλλωμεν τη διανομή των κτημάτων εις τους καλλιεργητές, όπως μου το ζητήσατε, θα εκδιώξουμε εξ Ελλάδος το χρήμα των Ελλήνων του εξωτερικού!". Ίσως να είχε δίκιο, καθόσον εάν εφαρμοζόταν η πολιτική του μπορεί ο αγροτικός τομέας να ήταν σήμερα πιο ανεπτυγμένος και ανταγωνιστικός. Αλλά όμως τότε και μέχρι τη δεκαετία του 1960, η ανταγωνιστικότητα είχε πολύ μικρή σημασία, διότι το κύριο πρόβλημα ήταν η αντιμετώπιση της φτώχειας και της πείνας. Υπό την έννοια αυτή, η αγροτική μεταρρύθμιση των "Βενιζέλου-Πλαστήρα" δίκαια θεωρείται ως κοινωνικά και ιστορικά επιβεβλημένη.

Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι και σήμερα ο παράγοντας που καθορίζει την εξέλιξη του Ελληνικού αγροτικού τομέα είναι η ανταγωνιστικότητα, η οποία με το άνοιγμα των αγορών διαμορφώνεται συνεχώς σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με αυτή των υπολοίπων αναπτυγμένων χωρών. Ο δείκτης της ολικής βιωσιμότητας του αγροτικού τομέα (ο οποίος ορίζεται ως ο λόγος των συνολικών ακαθάριστων εσόδων δια των συνολικών εξόδων) διαμορφώνεται επίσης κάτω της μονάδας, μέγεθος ανησυχητικό για την εξέλιξη της αγροτικής οικονομίας της χώρας και επομένως απαιτείται να εφαρμοστεί πρόγραμμα ριζικών αλλαγών ώστε η αρνητική αυτή εικόνα να αντιστραφεί. Οφείλουμε δηλαδή να πραγματοποιήσουμε τη “Δεύτερη Αγροτική Μεταρρύθμιση”.

Προτού, όμως, σχεδιάσουμε αυτή είναι χρήσιμο να δούμε περιληπτικά τις δομές και την οργάνωση του αγροτικού τομέα ορισμένων πρωτοπόρων χωρών όπως είναι η Δανία, το Ισραήλ, και η Ολλανδία.

Δανία

Ο αγροτικός τομέας είναι ο κυριότερος της οικονομίας της. Τα σπουδαιότερα προϊόντα που παράγει είναι το γάλα, το χοιρινό κρέας και τα δημητριακά. Ο μέσος κλήρος είναι τα 500 στρέμματα. Οι Δανοί αγρότες κατέχουν δίπλωμα τριετούς εκπαίδευσης, υφίστανται πρακτική άσκηση, και οι περισσότεροι ζουν στις φάρμες τους. Η αγροτική γη απαγορεύεται να αλλάζει χρήση και όταν ένας αγρότης επιλέξει να αλλάξει επάγγελμα υποχρεούται να την πουλήσει ή να την νοικιάσει. Βασικοί πυλώνες ανάπτυξης του αγροτικού της τομέα είναι η χρήση καινοτομιών, νέων ιδεών, ο συνεταιρισμός, ο εκμηχανισμός, η μεταποίηση και εμπορία της παραγωγής. Σπουδαιότερα χαρακτηριστικά του συνεταιρισμού είναι η εθελοντική συμμετοχή, ενώ ταυτόχρονα το 100% των αγροτών είναι συνεταιρισμένοι χωρίς μάλιστα να υποχρεούνται να συμμετάσχουν βάσει ειδικού νομοθετικού πλαισίου, το οποίο άλλωστε δεν υπάρχει. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το 95% της παραγωγής του γάλακτος και το 90% του χοιρινού κρέατος περνά μέσα από τους συνεταιρισμούς. Το 30% των συνολικών εξαγωγών της χώρας γίνεται από τους συνεταιρισμούς και αφορά αγροτικά προϊόντα. Μάλιστα στους συνεταιρσμούς απασχολείται η πλειοψηφία των γεωτεχνικών καθώς και πληθώρα άλλου επιστημονικού και τεχνικού δυναμικού.

Ισραήλ

Ο αγροτικός τομέας του Ισραήλ στηρίζεται στην έρευνα και την καινοτομία. Είναι η χώρα που δαπανά το μεγαλύτερο ποσοστό στην έρευνα παγκοσμίως. Για όποιον αναρωτιέται πως παράγει τόσα πολλά αγροτικά προϊόντα το Ισραήλ, αξίζει να αναφερθεί ότι καλλιεργεί στην έρημο χάριν στο σύστημα “στάγδην άρδευση”, το οποίο αυτό εφηύρε και πρωτοεφάρμοσε. Επίσης, δημιούργησε νέες ποικιλίες καλλιεργούμενων φυτών και νέα φυλή αγελάδων με τη μεγαλύτερη γαλακτοπαραγωγή στον κόσμο. ‘Εχει κλιματιζόμενους σταύλους και εφαρμόζει ευρέως βιολογικό καθαρισμό του αποβαλλόμενου νερού. Ο μικρός κλήρος στο Ισραήλ δεν αποτελεί πρόβλημα εξαιτίας της τεχνολογίας και των εντατικών (σε κεφάλαιο και εργασία) καλλιεργειών που ανέπτυξε. Το συνεταιριστικό κίνημα είναι ιδιότυπο και στηρίζεται στα “moshav” και “kibbutz” (τύποι συνεργατικών αγροτικών κοινοτήτων).

Ολλανδία

Ο αγροτικός τομέας της Ολλανδίας αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση και είναι ο σημαντικότερος τομέας της οικονομίας της καθώς κατέχει το 25% της συνολικής αξίας των εξαγωγών. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα στις εξαγωγές τροφίμων στον πλανήτη μετά τις ΗΠΑ, αν και καλλιεργεί μόνο 20 εκατομμύρια στρέμματα. Κυριότερα προϊόντα είναι τα γαλακτοκομικά και τα λαχανοκομικά. Όπλα της είναι η αξιοποίηση των σχετικών επιστημών όπως η γεωπονική, η γεωργική έρευνα, η εκπαίδευση των αγροτών, και αξίες όπως η αξιοκρατία και η καινοτομία. Το πανεπιστήμιο Wageningen είναι από τα καλύτερα γεωπονικά πανεπιστήμια στον κόσμο. Η λεγόμενη “Food Valley”, περιοχή όπου δραστηριοποιούνται παγκόσμιες εταιρίες τροφίμων, ερευνητικά ινστιτούτα, και το προαναφερθέν πανεπιστήμιο, βρίσκονται στην Ολλανδία. Έχει πετύχει την ανανέωση της αγροτικής παραγωγής σε όλα τα στάδια, λάμβάνοντας πάντα υπόψιν την αειφορία και προστασία του περιβάλλοντος. Έχει μειώσει τη χρήση του νερού κατά 90%, των αντιβιωτικών κατά 60% και σχεδόν έχει καταργήσει τα εντομοκτόνα. Καλλιεργεί λαχανοκομικά σε πολυώροφα κτίρια (Vertical Farming). Πολλοί νέοι ορνιθώνες είναι σα σπίτια. Διαθέτει περί τα 2,5 εκατομμύρια αγελάδες και καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να μειώσει την κοπριά. Εγκατέστησε ανεμογεννήτριες μέσα στη θάλασσα και κάνει εκτενή χρήση της πράσινης ενέργειας. Σε επίπεδο αποδοτικότητας η Ολλανδική γεωργία, που αποκαλείται και ως ‘γεωργία της ακρίβειας’ ξεπερνά κατά πολύ τους μέσους όρους των άλλων ανεπτυγμένων χωρών. Π.χ. η παραγωγή πατάτας ξεπερνά τους 20 τόνους το στρέμμα τη στιγμή που οι άλλες χώρες δε ξεπερνούν τους 9 τόνους, η παραγωγή στα λαχανοκομικά κυμαίνεται μεταξύ 40 έως 100 τόνους το στρέμμα ενώ η αντίστοιχη της Ελλάδας δε ξεπερνά τους 19 τόνους (Eurostat 1995) και τέλος η γαλακτοπαραγωγή της αγελάδας είναι κατά μέσο όρο 8.300 κιλά και στη χώρα μας 3.000 κιλά. Συμμετέχει στην κοινοτική αγροτική παραγωγή κατά 7.8%, ενώ η Ελλάδα κατά 4% αν και έχει διπλάσια καλλιεργήσιμη έκταση και απασχολεί 665 χιλιάδες αγρότες έναντι 221 χιλιάδες της Ολλανδίας, της οποίας ο συνολικός πληθυσμός είναι κατά 6 εκατομμύρια μεγαλύτερος. Όλοι οι παραγωγοί λαχανοκομικών είναι οργανωμένοι στα δημοτικά δημοπρατήρια, που είναι συνεταιριστικά. Το 84% της παραγωγής τους περνά μέσα από τους συνεταιρισμούς ενώ στην Ελλάδα περνά μόλις το 7%. Έχει επίσης το μεγαλύτερο παγκοσμίως οργανισμό εμπορίου κομμένων ανθέων και φυτών. Η σημερινή τάση είναι είναι η απευθείας διάθεση των προϊόντων της στις αλυσίδες του λιανεμπορίου.

Από την αντιπαραβολή των χαρακτηριστικών του αγροτικού μας τομέα με τα αντίστοιχα των προαναφερθεισών χωρών βλέπουμε ότι οι διαφορές είναι τεράστιες και είναι αυτές που κατατάσσουν την Ελληνική γεωργία σε κατώτερο επίπεδο σε ότι αφορά την ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα. Η ανάληψη κατά συνέπεια πρωτοβουλίας, για τη σύνταξη και εφαρμογή προγράμματος, που θα αξιοποιήσει όλες τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, θα αναδείξει όλα τα ποιοτικά στοιχεία των Ελληνικών προϊόντων στα οποία η χώρα είναι υπέρτερη, και θα θέσει σε νέες βάσεις τη μεταποίηση και εμπορία, αποτελεί ανάγκη επιβίωσης. Προτού όμως οριοθετήσουμε τις γενικές γραμμές ενός τέτοιου προγράμματος, είναι σκόπιμο να αναφέρουμε τρία εναλλακτικά σενάρια:

1. Την πιθανότητα της πλήρους συνεργασίας του Ελληνικού αγροτικού τομέα με μία από τις προαναφερθείσες χώρες έτσι ώστε να επωφεληθούν και τα δύο μέρη από τις εκροές και εισροές των τεχνολογιών, των τεχνογνωσιών, των οργανωτικών σχημάτων και της αύξησης της παραγωγής. Κάτι τέτοιο φαίνεται αδύνατον τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά θα μπορούσε να αποτελεί σκέψη, η οποία θα επανεξεταστεί στο μέλλον όταν και εφόσον οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες το επιτρέψουν.

2. Τη δυνατότητα συνεργασίας σε επιλέξιμους κλάδους. Στη περίπτωση αυτή απαιτείται ειδικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.

3. Τη σχεδίαση και εφαρμογή αποκλειστικά δικού μας ολοκληρωμένου αγροτικού προγράμματος. Σήμερα εν μέσω οικονομικής κρίσης, φαίνεται ότι η στιγμή είναι κατάλληλη, όχι μόνο για να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα, αλλά και γιατί ιστορικά έχει φανεί ότι η προηγούμενη μεταρρυθμίση “Βενιζέλου-Πλαστήρα” τολμήθηκε υπό πολύ δυσμενέστερες συνθήκες.

Τα παραπάνω σενάρια θα μπορούσαν να τροποποιηθούν εφόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφασίσει να επανακαθορίσει την αγροτική της πολιτική λαμβάνοντας υπόψιν τις ανάγκες και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε χώρας, κάτι το οποίο είναι αναγκαίο σε ένα περιβάλλον που έχει αλλάξει πολύ από τη δεκαετία του 80. Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, δεδομένης της χαμηλής παραγωγικότητας της Ελλάδας μια τέτοια μεταρρύθμιση κρίνεται αναγκαία και πρέπει να επιδιώξει τα εξής:

  • Την ανάπτυξη των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού
  • Τη δημιουργία βιώσιμων οικογενειακών εκμεταλλεύσεων που να αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά της αγροτικής παραγωγής
  • Τη δημιουργία μεγάλων ζωνών παραγωγής
  • Την ίδρυση μεγάλου μεγέθους μονάδων, ιδίως στη ζωϊκή παραγωγή
  • Την παραγωγή προϊόντων ποιότητας
  • Την ανασύσταση της συνεταιριστικής οργάνωσης και διαχείρισης της παραγωγής
  • Τον επανακαθορισμό των αγροτικών φορέων

Α. ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ

Σε ότι αφορά το αγροτικό δυναμικό μια νέα αγροτική μεταρρύθμιση πρέπει κυρίως να επικεντρωθεί στα εξής ζητήματα:

1. Στην ανάδειξη νέων αγροτών

Οι αγρότες σήμερα είναι λίγοι, γερασμένοι και ανεπαρκώς κατηρτισμένοι. Θεμέλιος λίθος, όμως, μιας εύρωστης αγροτικής οικονομίας είναι η ύπαρξη νέων και καλά καταρτισμένων αγροτών που να κατέχουν βιώσιμες εκμεταλλεύσεις. Πρέπει δηλαδή να βρούμε νέους αγρότες και να τους εκπαιδεύσουμε. Αυτοί, άλλωστε, είναι το κλειδί που θα ξεκλειδώσει την πόρτα και θα απελευθερωθούν οι δυνάμεις της ανάπτυξης.

Η ανάδειξη των νέων αγροτών πρέπει να γίνει κατά περιοχή ανάλογα με τους εδαφικούς πόρους, την επιδιωκόμενη ανάπτυξη και τα υδατικά αποθέματα. Το έργο της ανάδειξης, κατά κύριο λόγο, είναι υπόθεση του ίδιου του ατόμου. Καλό είναι όμως να συνδράμεται και από ειδικούς φορείς, όπως είναι: οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, η τοπική αυτοδιοίκηση με τις γεωτεχνικές υπηρεσίες, η τράπεζα γης και η τράπεζα που θα ασκεί την αγροτική πίστη. Εξυπακούεται ότι η ανάδειξη πρέπει να συνεπικουρείται και από ειδικό πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης και παρακολούθησης.

2. Στην κατάρτιση των αγροτών

Οι αγρότες πρέπει να έχουν επαρκή τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση. Να είναι δηλαδή διπλωματούχοι αγρότες, ενώ οι επιχειρηματίες πρέπει να είναι κατά βάση τεχνολόγοι γεωπονίας και εξειδικευμένοι γεωπόνοι. Αυτό προϋποθέτει τα ΙΕΚ, τα ΤΕΙ και οι γεωπονικές σχολές να παρέχουν ολοκληρωμένες και εξειδικευμένες σπουδές.

Η κατάρτιση αγροτών, τεχνιτών και άλλων επαγγελματιών μπορεί επίσης να συνδυαστεί και με αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα. Για παράδειγμα, στη Γερμανία είναι θεσπισμένες εξετάσεις από το γυμνάσιο στο λύκειο, ώστε οι νέοι σε κατάλληλη ηλικία να στραφούν προς την επαγγελματική κατάρτιση. Ίσως η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου θα μπορούσε να λύσει και το μεγάλο πρόβλημα των γενικών εξετάσεων εισαγωγής στα πανεπιστήμια, εφόσον οι αλλαγές αυτές γίνουν με γνώμονα τη δημιουργία περισσότερων επαγγελματικών και κοινωνικών ευκαιριών για τους νέους, που τα τελευταία χρόνια είναι ανύπαρκτες καθώς και με σωστό επαγγελματικό προσανατολισμό ώστε οι νέοι να ανακαλύπτουν και να ακολουθούν τα ταλέντα τους. Άλλωστε, η δυνατότητα και μόνο του αγρότη να σπουδάσει το αντικείμενό του σε κατάλληλες σχολές θα μειώσει το κοινωνικό στίγμα που ακολουθεί τα αγροτικά επαγγέλματα παρότι σε πραγματικούς όρους οι αγρότες της χώρας μας αποτελούν έναν από τους λίγους πυλώνες της οικονομίας.

3. Στην οργάνωση και διοίκηση

Υπάρχει ανάγκη ανάδειξης νέων στελεχών, τα οποία θα αναλάβουν την οργάνωση και διοίκηση των αγροτικών συνεταιρισμών, των γεωργικών επιχειρήσεων και των μονάδων μεταποίησης και εμπορίας της αγροτικής παραγωγής. Βασική προϋπόθεση είναι η ανάδειξη να γίνεται με αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια.

4. Στη γεωργική έρευνα και βιοτεχνολογία

Τα μέχρι σήμερα επιτεύγματα της γεωργικής έρευνας, της τεχνολογίας και της βιοτεχνολογίας σηματοδοτούν μια νέα αντίληψη ότι ο κόσμος οδεύει προς μια νέα γεωργική επανάσταση. Στο χώρο ιδιαίτερα του γενετικού υλικού, της δημιουργίας νέων ποικιλιών και ειδών σε φυτά και σε ζώα, της καταπολέμησης των εχθρών και των ασθενειών, της αύξησης του όγκου παραγωγής και της δημιουργίας συνθηκών αειφορίας αναμένονται θεαματικές εξελίξεις. Η Ελλάδα με τον μικρό κλήρο και την ποικιλία του μικροκλίματος με τη βοήθεια ειδικών βιοτεχνολόγων και ερευνητών, θα μπορούσε να βρει λύσεις ακόμα και στα δυσεπίλυτα διαρθρωτικά προβήματα τις γεωργίας.

5. Στις γεωπονικές σπουδές

Η αγροτο-τροφική παραγωγή απαιτεί όλο και περισσότερο εξειδικευμένο γεωπονικό προσωπικό. Υπάρχει ανάγκη για συνεχή αναβάθμιση των γεωπονικών σπουδών, ώστε οι γεωπόνοι και οι τεχνολόγοι γεωπονίας να είναι ικανοί να καινοτομούν και να ανοίγουν νέους δρόμους στον αγροτο-τροφικό τομέα. Πολλοί, επίσης, πρέπει να έχουν την κατάλληλη εκπαίδευση ώστε να μπορούν να ιδρύουν οι ίδιοι μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις. Τα γεωπονικά πανεπιστήμια και οι αγροτικές σχολές, έχοντας ως παράδειγμα το πανεπιστήμιο Wageningen θα πρέπει να εκμοντερνίσουν τα προγράμματα σπουδών τους και να συνεργάζονται απευθείας με τους παραγωγούς.

Β. ΕΓΓΕΙΟ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

1. Μέγεθος γεωργικών εκμεταλλεύσεων

Το μέγεθος της γεωργικής ή κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης μαζί με τον πολυτεμαχισμό της γης είναι ζητήματα καθοριστικής σημασίας στη διαμορφωση του κόστους παραγωγής και της ανταγωνιστικότητας, αφού αυτά καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότητα αξιοποίησης των άλλων παραγωγικών συντελεστών (εργασία, μηχανήματα, κτίσματα κτλ.). Υπενθυμίζεται ότι ο Χαρ.Τρικούπης ήταν υπέρ των σύγχρονων "τσιφλικιών" με Έλληνες ιδιοκτήτες, ενώ ο Ελ.Βενιζέλος υπέρ των συνεταιρισμένων οικογενειακών εκμεταλλεύσεων μεγέθους 60 περίπου στρεμμάτων, αφού έλαβε υπόψη τις τότε κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και τις τεχνολογικές δυνατότητες.

Σήμερα σύμφωνα με ειδικές μελέτες το μέγεθος της εκμετάλλευσης προτείνεται να είναι: 100-150 στρέμματα στη βαμβακοκαλλιέργεια, 50-100 στρέμματα στη δενδροκομία και αμπελουργία, 150 στρέμματα στην ελαιοκαλλιέργεια, 30 στρέμματα στα θερμοκήπια, πάνω από 500 στρέμματα στα δημητριακά, 150 πρόβατα ελεύθερης βοσκής, 250-500 πρόβατα σταβλισμένης εκτροφής, 50-100 αγελάδες οικογενειακής εκτροφής, 200-300 αγελάδες επιχειρηματικής μορφής, 150-300 αγελάδες ελεύθερης βοσκής, 100-150 χοιρομητέρες οικογενειακής εκτροφής και 500 χοιρομητέρες επιχειρηματικής μορφής.

2. Πολυτεμαχισμός εδάφους

Ο πολυτεμαχισμός της γεωργικής γης δεν επιτρέπει τη βέλτιστη αξιοποίηση των άλλων συντελεστών παραγωγής, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση υψηλούς κόστους παραγωγής και χαμηλής ανταγωνιστικότητας, Οι φορείς και τα μέτρα που συμβάλλουν στην επίλυση εγγειοδιαρθρωτικών προβλημάτων είναι η "τράπεζα γης", ο "συνεταιρισμός", ο "αναδασμός" και η τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση των παραγωγών.

Γ. ΥΔΑΤΙΝΟΙ ΠΟΡΟΙ

Το νερό είναι καθοριστικός παράγοντας για την Ελληνική γεωργία. Αυτό όμως είναι λίγο. Σε πολλές περιοχές, ο υδροφόρος ορίζοντας, εξαιτίας των πολλών γεωτρήσεων και της υπεράντλησης, υπέστη σημαντικές μεταβολές. Επιβάλλεται η αναζήτηση άλλων υδατικών πόρων και η εφαρμογή άλλων τεχνικών διαχείρισης. Σύμφωνα με ειδικές μελέτες, η χώρα μας πρέπει να επιδιώξει την αποπεράτωση του έργου του Αχελώου, τη γενίκευση εφαρμογής της “στάγδην άρδευσης”, τον εγκλωβισμό των χειμερινών υδάτων κατά μήκος των ποταμιών και ρεμάτων και την ομαδική και όχι ατομική χρήση του νερού. Τα Μεσόγεια Αττικής π.χ είναι μία από τις πολλές περιοχές, όπου επιβάλλεται εκτός από την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου περιαστικού προγράμματος διαχείρισης της γεωργικής γης και η ομαδική χρήση του νερού.

Δ. ΜΑΖΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Σε πολλά προϊόντα, ενώ έχουμε πολύ καλή ποιότητα, δεν έχουμε επαρκείς ποσότητες για να προμηθεύσουμε μεγάλες αγορές. Οι γεωργικά ανεπτυγμένες χώρες έχουν μεγάλες εκμεταλλεύσεις, μεγάλες εξειδικευμένες ζώνες παραγωγής και επιτόπιες μονάδες μεταποίησης και εμπορίας. Ίσως και εμείς να μην έχουμε άλλη επιλογή, από το να δημιουργήσουμε μεγάλες εξειδικευμένες εδαφικές ζώνες, όπου σύμφωνα με τα συγκριτικά τους πλεονέκτημα θα παράγουν ορισμένα προϊόντα και ποικιλίες σε μεγάλες ποσότητες. Η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού γίνεται ευκολότερη αν αποδεχθούμε ότι η γεωργική γη είναι αιώνιο κοινωνικό και όχι πρόσκαιρο ατομικό αγαθό. Τότε η Θεσσαλία π.χ. θα μπορούσε να παράγει μεγάλες ποσότητες βαμβακιού ή κριθαριού και βρώμης για την παραγωγή υγιεινών προϊόντων που φαίνεται να επιβάλλει και ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Η Ημαθία, η Πέλλα, η Πιερία και η περιοχή του Αλιάκμονα θα μπορούσαν να ειδικευθούν σε πιο μαζική παραγωγή δύο ή το πολύ τριών ποικιλιών ροδάκινων και ακτινιδίων. Οι εκτεταμένες λοφώδεις περιοχές του Ν. Έβρου, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν καλύτερα με ελεύθερη βόσκηση μεγάλου αριθμού αγελάδων.

Οι μεγάλες ζώνες, εκτός από τη δυνατότητα αξιοποίησής τους για μαζική παραγωγή, εξασφαλίζουν συγχρόνως και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των συντελεστών παραγωγής και του υπάρχοντος νερού, που σημαίνει περαιτέρω μείωση του κόστους παραγωγής και αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Ενδείκνυνται, επίσης, για την ίδρυση μεγάλων μεταποιητικών και εμπορικών μονάδων και είναι ιδανικές για την ανάπτυξη υγιών συνεταιρισμών.

Ε. ΑΓΡΟΤΙΚΟΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ

Το νομοθετικό πλαίσιο απαλλοτρίωσης των "τσιφλικιών", προέβλεπε μεταξύ άλλων και την υποχρεωτική συμμετοχή όλων των αγροτών στους συνεταιρισμούς. Σήμερα πολλοί συνεταιρισμοί χρεοκόπησαν και έκλεισαν. Υπάρχουν όμως πολλά φωτεινά παραδείγματα, που ασκούν με επιτυχία το έργο τους. Για παράδειγμα, ο συνεταιρισμός "Ζαγοράς" που εξειδικεύθηκε στην παραγωγή, συσκευασία και εμπορία του μήλου, είναι ένα από τα πολλά πετυχημένα παραδείγματα. Το ερώτημα επομένως που και τώρα παραμένει επίκαιρο είναι: Γιατί πρέπει να έχουμε συνεταιρισμούς;

Διότι:

  • Οι αγρότες πωλούν μαζί
  • Οι αγρότες αγοράζουν μαζί
  • Οι αγρότες επεξεργάζονται τα προϊόντα μαζί
  • Οι αγρότες μοιράζονται τα κέρδη
  • Οι αγρότες με τους συμβούλους παίρνουν τις αποφάσεις μαζί
  • Οι αγρότες σφυρηλατούν κοινωνική αλληλεγγύη και κοινωνικά ιδεώδη

Εκτιμάται δηλαδή ότι χωρίς συνεταιρισμούς είναι δύσκολη η άσκηση ανταγωνιστικής γεωργίας, καθόσον με αυτούς εξασφαλίζεται αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των παραγωγικών συντελεστών, συντελείται επιτυχέστερα η μεταποίηση και η εμπορία των προϊόντων και εν τέλει αυξάνεται περαιτέρω η αξία παραγωγής και η απασχόληση. Τα παραδείγματα της Ολλανδίας, Δανίας και Μοντραγκόν της Ισπανίας πρέπει να αποτελούν έμπνευση και να μας καθοδηγήσουν.

Η Ελλάδα επομένως, για να καταστήσει το γεωργικό της τομέα βιώσιμο και ανταγωνιστικό, δηλαδή ο δείκτης ολικής βιωσιμότητας να γίνει μεγαλύτερος του 1, δεν έχει άλλη επιλογή από το να αποκτήσει έναν εύρωστο συνεταιρισμό, του οποίου πυρήνας να είναι η βιώσιμη οικογενειακή εκμετάλλευση. Έχοντας την εμπειρία του παρελθόντος, το χτίσιμο από την αρχή ενός τέτοιου συνεταιρισμού προαπαιτεί τη συνέργεια πολλών παραγόντων, όπως:

  • Οι αγρότες μας να γίνουν τεχνικά και επαγγελματικά ικανοί
  • Το απασχολούμενο στους συνεταιρισμούς ανθρώπινο δυναμικό να είναι επίσης καταρτισμένο και υψηλού επιπέδου
  • Η πρόσληψη όλων των εργαζομένων να γίνεται με αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια
  • Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που θα παράγονται σε όλα τα επίπεδα του συνεταιρισμού να είναι υψηλών προδιαγραφών
  • Να υπάρχουν ελεγκτικές υπηρεσίες
  • Η διοίκηση να ασκείται από σύγχρονο manager
  • Να μην υπάρχει καθόλου κομματισμός
  • Να καθιερωθεί υποχρεωτικά μεγάλη χρηματική συμμετοχή όλων των αγροτών και όλων των εργαζομένων στο αποθεματικό και το πάγιο κεφάλαιο του συνεταιρισμού
  • Να υπάρχει επαρκής αριθμός γεωτεχνικών στις παραγωγικές και λειτουργικές δραστηριότητες του συνεταιρισμού
  • Να ενταχθούν υποχρεωτικά όλοι οι αγρότες στους συνεταιρισμούς τουλάχιστον στην αρχή
  • Να λειτουργεί ενιαίο δίκτυο πληροφόρησης
  • Ο συνεταιρισμός να έχει μακροπρόθεσμη στρατηγική

Η απουσία τέτοιων συνεταιρισμών πάντα θα καθηλώνει τη γεωργία σε χαμηλούς δείκτες βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας έστω και αν διορθώσουμε όλα τα υπόλοιπα προβλήματα. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα με τον μικρό κλήρο και τη μικροεκμετάλλευση ο συνεταιρισμός καθίσταται ακόμα πιο απαραίτητος.

ΣΤ. ΤΡΑΠΕΖΑ ΓΗΣ

Όπως ειπώθηκε, η γεωργική γη είναι κοινωνικό αγαθό και όχι ατομικό. Ούτε πρέπει να υπερεκμεταλλέυεται, αλλά ούτε να μένει για πολλά χρόνια ακαλλιέργητη (χέρσα). Είναι κατά βάση ένα υπέρτατο αγαθό που πρέπει να αξιοποιείται σύμφωνα με τις αρχές της γεωπονικής και οικονομικής επιστήμης και να τελεί υπό καθεστώς νομικής προστασίας, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η αειφορία της. Τη γεωργική μας γη χαρακτηρίζουν, όμως, έντονα εγγειοδιαρθωτικά και παραγωγικά προβλήματα. Πρέπει δηλαδή να δούμε ποια είναι, πως είναι και πως διορθώνονται. Το έργο αυτό φαίνεται ότι μπορεί να κάνει μόνο ένας ειδικός φορέας (Τράπεζα Γης), του οποίου η σύσταση προτείνεται. Για να επιτελέσει όμως το έργο καλύτερα ένας τέτοιος φορέας θα πρέπει να συσταθεί ως εξής:

  • Να δραστηριοποιηθεί μέσα στους κόλπους του συνεταιρισμού, γιατί έτσι θα διασφαλίζονται οι αρχές της αποτελεσματικότητας και της πολυλειτουργικότητας
  • Να μπορεί να ασκεί παρεμβατικό έργο, ώστε οι αναξιοποίητες γεωργικές γαίες να μεταβιβάζονται κυρίως σε νέους αγρότες
  • Να συντελεί στην αποτελεσματική αξιοποίηση των βοσκοτόπων, καθόσον πολλοί από αυτούς σήμερα γέμισαν άγρια βλάστηση
  • Να έχει συμβουλευτικές αρμοδιότητες στον καθορισμό του τιμήματος στις αγοροπωλησίες και της ενοικίασης γεωργικών γαιών.
  • Να μπορεί να προσφέρει μαζί με άλλους φορείς υπηρεσίες ανάδειξης νέων αγροτών
  • Να υπάρχει ηλεκτρονική υποδομή πληροφόρησης μεταξύ των φορέων αυτών
  • Να μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία βιώσιμων οικογενειακών εκμεταλλεύσεων

Ο φορέας αυτός κρίνεται τελείως απαραίτητος, γιατί η απουσία του θα συντελέσει στην περαιτέρω επιδείνωση των εγγειοδιαρθρωτικών προβλημάτων, στη ληστρική ή αναποτελεσματική αξιοποίηση της γης και στη δημιουργία νέου τύπου "τσιφλικιών". Τέτοια "τσιφλίκια" άρχισαν να εμφανίζονται τελευταία ιδιαίτερα στο χώρο της Θεσσαλίας, όπου παρατηρούνται φαινόμενα υπερεκμετάλλευσης ή υπο-εκμετάλλευσης της γεωργικής γης.

Ζ. ΖΩΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

 Η χώρα μας κάνει αθρόες εισαγωγές ζωοκομικών προϊόντων για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της. Από τα περίπου 6 δις ευρώ που δαπανά ετησίως για εισαγωγή γεωργο-κτηνοτροφικών προϊόντων, τα 2 δις ευρώ αφορούν ζωοκομικά. Η κτηνοτροφία επίσης, τα τελευταία χρόνια συνεισφέρει μόλις το 30% στη συνολική αγροτική παραγωγή. Ενώ στις αναπτυγμένες χώρες, το ποσοστό αυτό είναι τουλάχιστον διπλάσιο και θεωρείται δείκτης ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας. Τα ερωτήματα που κατά συνέπεια εγείρονται είναι: Γιατί είμαστε τόσο πίσω; Μήπως η χώρα υπολείπεται σε συγκριτικό πλεονέκτημα ή οφείλεται σ’ άλλους λόγους; Θα δούμε την απάντηση στα ερωτήματα αυτά εξετάζοντας τον κάθε κλάδο ξεχωριστά.

1. Προβατοτροφία

Η προβατοτροφία για λόγους εδαφοκλιματικούς, πολιτιστικούς και οικονομικούς, κατέχει δεσπόζουσα θέση στη κτηνοτροφική παραγωγή. Ο αριθμός των προβάτων τα τελευταία 80 χρόνια παραμένει περίπου σταθερός (8,5 εκατομμύρια), ενώ η παραγωγή του γάλατος από 342 χιλ. τόνους το 1961, ξεπέρασε τους 650χιλ.τόνους σήμερα. Η φέτα Π.Ο.Π μαζί με το λάδι, το κρασί, τα οπωροκηπευτικά, και τα ψάρια ιχθυοτροφείας είναι τα πέντε βασικά προϊόντα της αγροτικής μας οικονομίας. Σύμφωνα με ειδικές μελέτες, ο δείκτης βιωσιμότητας των οργανωμένων/ καθετοποιημένων μονάδων είναι μεγαλύτερος του 1 και συνιστάται περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου. Γιατί όμως δεν αναπτύχθηκε περισσότερο, αφού η χώρα μας διαθέτει εδαφοκλιματικά πλεονεκτήματα; Γιατί συνέχεια συρρικνώνεται στα ορεινά και απομακρυσμένα μέρη όπου υπάρχουν άφθονοι βοσκότοποι; Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά πρέπει πρωτίστως να αναζητηθούν στο ότι το επάγγελμα του "τσοπάνη" είναι κοινωνικά απαξιωμένο και στη στρεβλή οικονομική ανάπτυξη που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια. Αυτά έδιωξαν τον πληθυσμό από τα ορεινά και απομακρυσμένα μέρη, με αποτέλεσμα οι "τσέλιγκες" και τα "τσελιγκάτα" συνέχεια να περιορίζονται. Υπάρχει, κατά συνέπεια, άλλη αγροτική και κοινωνική πολιτική η οποία εφαρμοζόμενη θα συμβάλλει στην περαιτέρω ανάπτυξη; Η απάντηση δίνεται συνολικά στο τέλος της περιγραφής της ζωοκομικής παραγωγής.

Ειδικότερα όμως για την προβατοτροφία, σύμφωνα με ευρύματα ειδικών μελετών προτείνεται: Το μέγεθος των προβατοτροφικών μονάδων πρέπει να είναι πάνω από 120 γαλακτοφόρες προβατίνες για την κοπαδιάρικη οικογενειακή μορφή και πάνω από 250 για τις οργανωμένες/καθετοποιημένες μονάδες, καθόσον οι μονάδες αυτές αξιοποιούν αποτελεσματικότερα την εργασία και το επενδυμένο κεφάλαιο και επιτυγχάνουν θετικότερα οικονομικά αποτελέσματα. Άλλωστε, οι σύγχρονες προβατοτροφικές "φάρμες", όπως π.χ. η "φάρμα Θεοχάρη", η "φάρμα Ελλάς" και η "Τσιτσίκας φάρμα" κτλ επιβεβαιώνουν αυτό και αποτελούν παραδείγματα για περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου. Τα ορεινά μέρη επίσης της "Ανάβρας Αλμυρού", όπου αναπτύχθηκαν συγχρόνως η προβατοτροφία, η αγελαδοτροφία και χοιροτροφία σε ξεχωριστά πάρκα και σε σύγχρονες εγκαταστάσεις είναι ένα άλλο πετυχημένο παράδειγμα προς μίμηση. Στις ορεινές περιοχές πρέπει επίσης, να αναπτυχθεί ο αγροτουρισμός, η υλοτόμηση και οι καλλιέργειες της κερασιάς, της καρυδιάς και της καστανιάς. Τελευταία, σε πολλά κράτη στις ορεινές περιοχές διανοίχθηκαν ξανά "μονοπάτια περιπάτου" που προώθησαν περαιτέρω τον αγροτουρισμό. Όλα αυτά τονώνουν την ορεινή οικονομία και συμβάλλουν στη συγκράτηση του πληθυσμού και στην αποκέντρωση.

2. Γαλακτοπαραγωγική αγελαδοτροφία

Η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος σήμερα δε ξεπερνά τους 600χιλ. τόνους, ενώ οι συνολικές ανάγκες μας αγγίζουν τους 1350χιλ. τόνους. Ο βαθμός αυτάρκειας δηλαδή δε ξεπερνά το 50%.

Οι κυριότεροι λόγοι για την υστέρηση αυτή αποδίδονται στην γενικότερη κουλτούρα του Έλληνα κτηνοτρόφου από άποψη νοοτροπίας και κατάρτισης, στις ποσοστώσεις που επιβλήθηκαν από την Ε.Ε., στο υψηλό κόστος παραγωγής, στη γενετική υστέρηση των αγελάδων, στις υποδομές, στις τιμολογιακές και φορολογικές πολιτικές, και στις λαθραίες εισαγωγές. Αντίθετα, οι κλιματικές συνθήκες μάλλον ευνοούν τη χώρα μας, καθόσον το ψύχος είναι ηπιότερο και η αγελαδοτροφία ασκείται σε σύγχρονες καθετοποιημένες σταυλικές εγκαταστάσεις.

Σύμφωνα με τα ευρήματα ειδικής μελέτης, η συνολική βιωσιμότητα του κλάδου τη 10ετίατου 1980 διαμορφώθηκε κάτω της μονάδας και είναι καλύτερη στις οικογενειακές εκμεταλλέυσεις μεγέθους 35 περίπου αγελάδων και στις επιχειρηματικές μεγέθους πάνω από 100 αγελάδες. Επίσης τα οικονομικά αποτελέσματα του κλάδου βελτιώνονται με την αύξηση της γαλακτοπαραγωγικής ικανότητας των αγελάδων (2.500 κιλά ανά αγελάδα είναι ο μέσος όρος στη χώρα μας έναντι στα 4.000 κιλά που είναι στις αναπτυγμένες χώρες). Καινοτόμες επίσης δραστηριότητες, όπως π.χ. εφαρμόζουν η ΘΕΣ-γάλα και η μονάδα ΑΠΕ-ΜΠΕ (Καρυπίδης) ηλεκτρονική παρακολούθηση , συμβάλουν επίσης στη βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων.

3. Κρεατοπαραγωγική βοοτροφία

Ο βαθμός αυτάρκειας σε βοδινό κρέας συνεχώς μειώνεται και δε ξεπερνά το 30%. Η συνολική ετήσια ζήτηση ανέρχεται στους 210 χιλ.τόνους και η παραγωγή δε ξεπερνά τους 60χιλ. τόνους. Η χαμηλή παραγωγή αποδίδεται στα χαμηλά οικονομικά αποτελέσματα που διαμορφώνει ο κλάδος, στο υψηλό κόστος παραγωγής, στην έλλειψη επαρκούς αριθμού εγχώριων μόσχων πάχυνσης, στη τεχνική και επαγγελματική υστέρηση των βοοτρόφων και στην υστέρηση ανάπτυξης μονάδων ελεύθερης βόσκησης των αγελάδων. Ειδική μελέτη της ΑΤΕ δείχνει ότι οι μονάδες που εκτρέφουν πάνω από 200 μόσχους και με αρχικό βάρος μόσχου κάτω των 200 κιλών, επιτυγχάνουν καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα (δείκτης βιωσιμότητας 1,03). Οι μονάδες ελεύθερης βόσκησης των αγελάδων επιτυγχάνουν επίσης καλά οικονομικά αποτελέσματα και έχουν ευρύ πεδίο ανάπτυξης, καθόσον οι εδαφοκλιματικές συνθήκες της χώρας είναι καλές και οι βοσκές προσφέρονται σε αφθονία. Κάποιος γεωπόνος μου έλεγε ότι μόνο οι βοσκές του Ν.Έβρου αν αξιοποιούνταν θα μπορούσαν να καλύψουν μεγάλο μέρος των αναγκών μας, με κρέας αρίστης ποιότητας, που δίνουν τα κοπάδια ελεύθερης βόσκησης.

4. Χοιροτροφία

Η υψηλότερη παραγωγή χοιρινού κρέατος σημειώθηκε το 1987, με 164χιλ. τόνους, καλύπτοντας το 55% περίπου των συνολικών αναγκών μας. Έκτοτε βαίνει μειούμενη και σήμερα ο βαθμός αυτάρκειας κυμαίνεται στο 30%. Πολλοί εκτιμούν ότι παρά τα προβλήματα, η χοιροτροφία μπορεί να ανθίσει πάλι και να φθάσει στα επίπεδα παραγωγής της δεκαετίας του 1980 με την ίδρυση νέων συγχρόνων καθετοποιημένων μονάδων. Σύμφωνα με μελέτη της Αγροτικής τράπεζας, οι μονάδες μεγέθους 100-200 χοιρομητέρων, διαμορφώνουν καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα (δείκτης βιωσιμότητας 1,02). Οι καθετοποιημένες μεγάλες μονάδες-πάνω από 400 χοιρομητέρες-παρουσιάζουν επίσης επιχειρηματικό ενδιαφέρον και επιτυγχάνουν δείκτη βιωσιμότητας 1,00.

5. Κρέας κοτόπουλου

Η κρεατοπαραγωγός πτηνοτροφία είναι ένας από τους πιο δυναμικούς κλάδους της κτηνοτροφίας μας. Τη 10ετία του 1970, η χώρα μας κατέστη αυτάρκης. Το έτος 2014, η ετήσια παραγωγή ανήλθε στους 200 χιλ. τόνους και κάλυψε το 82% περίπου της συνολικής ζήτησης. Σύμφωνα με ειδική μελέτη της ΑΤΕ, ο δείκτης βιωσιμότητας στο σύνολο του κλάδου είναι ελαφρώς μεγαλύτερος της μονάδας (1,02) και γίνεται όλο και μεγαλύτερος, με την αύξηση του μεγέθους των μονάδων και λαμβάνει τη μεγαλύτερη τιμή στις καθετοποιημένες μονάδες παραγωγής, σφαγής και επεξεργασίας του κρέατος. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι συνολικοί δείκτες βιωσιμότητας στην παραγωγή κρέατος μόσχου, χοίρου και κοτόπουλου, τη 10ετία του 1980 ήταν 1,01 1,00 και 1,02 αντίστοιχα. Κύριο μέλημα της κρεατοπαραγωγού πτηνοτροφίας πρέπει να είναι ο συνεχής εκσυγχρονισμός, η ίδρυση καθετοποιημένων μονάδων παραγωγής, σφαγής και επεξεργασίας και η προώθηση της βιολογικής παραγωγής.

6. Γενικά μέτρα ανάπτυξης κτηνοτροφίας

Τα σπουδαιότερα είναι:

  • Η ανάδειξη νέων και ικανών κτηνοτρόφων. Οι διοικητικές και διαχειριστικές ικανότητες του Δ/ντή της κτηνοτροφικής μονάδας μαζί με την εξειδίκευση των εργαζομένων είναι η πεμπτουσία της επιτυχίας της. Προτείνεται συνεπώς για άλλη μια φορά η αναβάθμιση των επαγγελματικών σχολών.
  • Η αναβάθμιση των γεωτεχνικών σπουδών και της κτηνοτροφικής έρευνας. Χρειαζόμαστε ειδικούς γεωπόνους και κτηνιάτρους, οι οποίοι θα στελεχώσουν τις κτηνοτροφικές μονάδες και ορισμένοι να ιδρύσουν καινοτόμες κτηνοτροφικές επιχειρήσεις.
  • Η εφαρμογή σταθερής και ενθαρρυντικής τιμολογιακής και φορολογικής πολιτικής. Η καθιέρωση του φόρου εισοδήματος στη γεωργία και κτηνοτροφία πρέπει να επανεξετασθεί.
  • Η δημιουργία υγιούς παραγωγικού κλίματος και η αλλαγή κουλτούρας και νοοτροπίας στις διοικήσεις και τους εργαζομένους.
  • Η καθετοποίηση των μονάδων, ώστε να πληρείται όλο το φάσμα: "παραγωγή-σφαγή-επεξεργασία-εμπορία". Το παράδειγμα συνεταιρισμού που εφαρμόζει η Δανία στην παραγωγή χοιρινού κρέατος πρέπει να μας εμπνεύσει.
  • Η κατάρτιση και εφαρμογή ολοκληρωμένου προγράμματος ανάπτυξης της κτηνοτροφίας
  • Η αναβάθμιση του γενετικού υλικού των ζώων.
  • Η εκπόνηση ειδικών μελετών ανάπτυξης της κτηνοτροφίας για πολλές ημιορεινές και ορεινές περιοχές.
  • Περισσότερες πληροφορίες για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας παρέχονται στις μελέτες 20, 31 και 35 της Αγροτικής Τράπεζας.

Θ. ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Ήταν λάθος που έκλεισε η Αγροτική Τράπεζα (ΑΤΕ). Η γεωργία έχει ιδιαιτερότητες και χρειάζεται χρηματοδότηση από ειδική τράπεζα. Έχοντας τώρα την εμπειρία του παρελθόντος, προτείνεται η ίδρυση μιας νέας τράπεζας με την υποδομή της Αγροτικής στους κόλπους του συνεταιριστικού κινήματος, που θα εξετάζει και θα αξιολογεί τα αιτήματα των αγροτών και των συνεταιρισμών και θα συμβάλλει στην ανάδειξη νέων αγροτών. Εξυπακούεται ότι η Τράπεζα πρέπει να είναι καλά οργανωμένη και στελεχωμένη και να μη δέχεται πολιτικές επιρροές. H Rabobank, η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Ολλανδίας, που είναι συνεταιριστική και καλύπτει τραπεζικά τους τομείς των τροφών και της γεωργίας πρέπει να είναι ένα υπόδειγμά μας. Θα ήταν ίσως καλή ιδέα η "Τράπεζα Γής" να ενταχθεί οργανωτικά και λειτουργικά στη νέα Αγροτική Τράπεζα. Αυτό χρήζει περαιτέρω μελέτης, οπωσδήποτε όμως και οι δύο τράπεζες θα πρέπει να είναι ενταγμένες στους κόλπους του συνεταιριστικού κινήματος.

Ι. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑΣ

Το Υπουργείο Γεωργίας, κατά βάση, πρέπει να έχει επιτελικό χαρακτήρα. Να σχεδιάζει δηλαδή την αγροτική ανάπτυξη και πολιτική και να διεκπεραιώνει την κοινή αγροτική πολιτική της Ε.Ε. Τα στελέχη του πρέπει να είναι υψηλού επιστημονικού επιπέδου και υψηλών διοικητικών ικανοτήτων. Ο όγκος των γεωτεχνικών πρέπει να εργάζεται στους συνεταιρισμούς, στις περιφερειακές νομαρχιακές μονάδες, στους δήμους και να λαμβάνει συχνή και επαρκή επιμόρφωση. Πολλοί γεωτεχνικοί πρέπει να ιδρύσουν καινοτόμες παραγωγικές μονάδες τόσο στη φυτική παραγωγή όσο και στη ζωική. Το Υπουργείο Γεωργίας της Δανίας, όπου εργάζονται περίπου 100 γεωτεχνικοί, πρέπει να εξεταστεί ως υπόδειγμα.

Κ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τώρα, μετά τη δοκιμασία της οικονομικής κρίσης, που υπέστη η χώρα, είναι η καταλληλότερη στιγμή για την εφαρμογή καινοτόμων και ριζοσπαστικών μέτρων εκσυγχρονισμού της γεωργίας μας. Είναι η στιγμή εφαρμογής της “Δεύτερης Αγροτο-κοινωνικής Μεταρρύθμισης”. Αξίζει να τολμήσουμε γιατί η χώρα μας έχει φυσικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Αν το κατορθώσουμε, τότε το 30% περίπου του συνολικού εργατικού δυναμικού που θα εργάζεται στον πρωτογενή τομέα και στη μεταποίηση του αγροτικού προϊόντος θα είναι ικανό να προφυλάσσει τη χώρα από νέες οικονομικές κρίσεις. Και ακόμα θα ενισχυθούν περαιτέρω ο αγροτουρισμός, το εμπόριο και γενικά όλοι οι άλλοι τομείς της οικονομίας. Πολλοί πιστεύουν ότι πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που μας επέβαλλαν οι θεσμοί, είναι ασυνάρτητες και ότι μόνο ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις θα οδηγήσουν τη χώρα στο σωστό και σταθερό δρόμο της ανάπτυξης.

Πηγή: eleftheria.gr

Ο Δρ. Δημήτριος Ι. Ντελής είναι γεωπόνος γεωργοοικονομολόγος, η Γιώτα Δ. Ντελή είναι Assistant Professor στο School of Economics του UCD και ο Φώτιος Δ. Ντελής είναι οικονομολόγος