Skip to main content
03 04 2020 | 10:37
του Χαράλαμπου Κασίμη
του Χαράλαμπου Κασίμη

Γεωργία και κορωνοϊός: Προκλήσεις και διδάγματα για Ελλάδα και Ευρώπη

Mέχρι σήμερα, τα ΜΜΕ και η εγχώρια συζήτηση για την κρίση του Covid-19 έχουν επικεντρωθεί κατά κύριο λόγο στις επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και την οικονομία και λιγότερο στα πιθανά αίτια της κρίσης αυτής.

Εξαίρεση αποτελεί η ανάλυση του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ με τίτλο «Οικονομικές προσεγγίσεις & εκφάνσεις της κρίσης του Covid-19: Αιτίες - Αβεβαιότητες - Πολιτικές Αντιμετώπισης» (Μάρτιος 2020) η οποία επιχειρεί μια πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση των απόψεων που έχουν διατυπωθεί σε διεθνές επίπεδο τόσο για τις αιτίες και τα χαρακτηριστικά της κρίσης του Covid-19 όσο και για τις πολιτικές αντιμετώπισής της(1).

Στο πλαίσιο αυτό, το παρόν κείμενο προχωρά σε μια εμβάθυνση της ανάλυσης για τα αίτια εκδήλωσης νέων ασθενειών, όπως το Covid-19, με έμφαση σε τρεις κύριες παραμέτρους: Η πρώτη είναι αυτή που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή και τις επιπτώσεις στο φυσικό οικοσύστημα. Η δεύτερη, με το ίδιο το μοντέλο της βιομηχανικής γεωργίας, και η τρίτη με τη διεθνοποίηση της κατανάλωσης εξωτικών ειδών και την ένταξή τους στην διατροφική αλυσίδα.

Η κλιματική αλλαγή

H αύξηση της θερμοκρασίας και η ξηρασία διευρύνουν σε νέες γεωγραφικές ζώνες το περιβάλλον και τον βιότοπο μερικών ειδών, όπως τα έντομα και άλλα ζωικά είδη, που είναι φορείς παθογόνων παραγόντων. Εκτός από την κλιματική αλλαγή, και η καταστροφή των οικοσυστημάτων (αποτέλεσμα και της ιστορικής διαδικασίας αποδάσωσης και οικειοποίησης της φύσης) όχι μόνο επηρεάζει αρνητικά τη βιοποικιλότητα, αλλά παράλληλα επιτρέπει σε παθογόνους παράγοντες που εντοπίζονταν σε άγρια ζώα σε απομονωμένα οικοσυστήματα, να έρθουν σε επαφή με ανθρώπους και τα οικόσιτά τους.

Μάλιστα, η αποδάσωση συχνά τροφοδοτούμενη από τη γεωργία (αλλά και από τις εξορύξεις, την κατασκευή οδικών δικτύων, την επέκταση των πόλεων) ευθύνεται για τη μεγαλύτερη απομείωση των εκτάσεων των οικότοπων παγκοσμίως.

Η μείωση των οικότοπων αναγκάζει τα ζώα να μεταναστεύσουν και να έρθουν σε επαφή με άλλα ζώα ή ανθρώπους και να «μοιραστούν» παθογόνα. Είναι πλέον γνωστό ότι η εξάπλωση της Ebola στη Δυτική Αφρική συνδέεται με τη μετακίνηση των νυχτερίδων σε νέους οικότοπους, επειδή τα δάση στα οποία ζούσαν αποψιλώθηκαν για να φυτευτούν δέντρα φοινικέλαιου(2).

Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο μεγαλύτερος αριθμός των μεταδοτικών ασθενειών (3/4 εξ αυτών) είναι οι ζωοανθρωπονόσοι, που εμφανίζονται μεν στα ζώα, μεταδίδονται όμως και στους ανθρώπους(3).

Μια τέτοια περίπτωση αφορά και στον Covid-19, αφού διατυπώνεται η άποψη ότι προέρχεται από κάποιο άγριο είδος, όπως πιθανότατα ένα είδος νυχτερίδας, το οποίο αποτελεί τη δεξαμενή του ιού χωρίς να νοσεί.

Όπως προαναφέρθηκε, λοιπόν, όλο και περισσότερο οι ζωονόσοι συνδέονται με την κλιματική αλλαγή αλλά και την ανθρώπινη δραστηριότητα και συμπεριφορά που οδηγεί στην καταστροφή των παρθένων δασών για την εκμετάλλευση της ξυλείας τους και την ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής, στην οποία θα επεκταθώ στη συνέχεια.

Οι επιστήμονες συμφωνούν στην άποψη ότι περιορίζοντας την αποδάσωση θα συντελέσουμε στην ενίσχυση της βιοποικιλότητας, στη σταθεροποίηση του κλίματος και στη συγκράτηση των μετακινήσεων των ζώων που συμβάλουν στη διάδοση των ασθενειών(4).

Η βιομηχανική γεωργία

H δεύτερη αιτία συνδέει την εκδήλωση τέτοιων φαινομένων με την κυριαρχία του βιομηχανικού μοντέλου παραγωγής στη γεωργία. Θεωρεί ότι η αυξανόμενη εμφάνιση ζωοανθρωπονόσων συνδέεται στενά με τον τρόπο που παράγονται τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης και με την εντατικοποίηση της ζωικής παραγωγής, κυρίως αγροτοβιομηχανικών επιχειρήσεων (agribusiness) μεγάλου μεγέθους όπου σταβλίζεται τεράστιος αριθμός ζώων.

Γνωρίσαμε στη Δύση την ανάπτυξη του βιομηχανικού μοντέλου εντατικής παραγωγής, της μεγάλης κλίμακας γεωργίας, της μαζικής ομογενοποιημένης παραγωγής η οποία σε πολλές χώρες οδήγησε στη συγκέντρωση της παραγωγής σε μεγάλες εκμεταλλεύσεις, περιθωριοποιώντας τις μικρές και οικογενειακές.

Το μοντέλο αυτό φαίνεται ότι ιστορικά ανταποκρίθηκε στην αυξανόμενη ζήτηση για αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα, αυξάνοντας την παραγωγικότητά του με υψηλό κόστος, όμως, για το περιβάλλον, το κλίμα, τη βιοποικιλότητα και ορισμένες φορές και για τη βιοσφάλεια. Εξάλλου, γι’ αυτό και στην Ευρώπη σήμερα, το βάρος της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) πέφτει στο κλίμα και το περιβάλλον - τώρα μάλιστα, ακόμα πιο ενισχυτικά, υπό την ομπρέλα της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και τη στρατηγική της για την ασφάλεια τροφίμων και την προστασία της βιοποικιλότητας. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο σε άλλες γωνιές του πλανήτη. Τα τελευταία χρόνια η ανάπτυξη του βιομηχανικού μοντέλου έχει επεκταθεί και επιταχύνεται στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική. Η ραγδαία αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης για αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα, που εκτιμάται ότι θα εκτιναχτεί σε ποσοστά πάνω από 70% μέχρι το 2050, ευνοεί μεγάλες επενδύσεις με αιχμή την αποδάσωση και την αρπαγή των εδαφών (land grabbing) των μικρών καλλιεργητών. Η αποδάσωση και η αρπαγή των εδαφών των ιθαγενών πληθυσμών συνοδεύονται από μία «βίαιη» επιβολή του βιομηχανικού μοντέλου εντατικής παραγωγής γεωργίας επάνω σε ένα, κατά τα άλλα, παρθένο οικοσύστημα.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Βραζιλίας και των άλλων κρατών γύρω από τον Αμαζόνιο που οδήγησαν σε αποψίλωση δάσους έκτασης 450.000 χλμ, που αντιστοιχεί στην έκταση μιας χώρας όπως η Σουηδία. Η Βραζιλία εκτρέφει πλέον πάνω από 200 εκατ. βοοειδή, κατέχοντας το 1/4 της παγκόσμιας αγοράς, και είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας κρέατος, αλλά ταυτόχρονα και δεύτερη χώρα μετά την Κίνα στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στο κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα(5).

Πρόκειται για μια ανεπανόρθωτη ρήξη στην ισορροπία μεταξύ ανθρωπότητας και φυσικού οικοσυστήματος, που οδηγεί στη σύγχρονη οικολογική κρίση. Η διατάραξη των οικότοπων των ζώων ενέχει άμεσους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία. Μικροοργανισμοί, που μέχρι πρότινος αφορούσαν στα ζώα αυτά χωρίς να είναι λοιμογόνοι λόγω συνεξέλιξης και προσαρμογής, έρχονται πλέον σε επαφή με τον άνθρωπο και το οικοσύστημά του. Ως αποτέλεσμα, δημιουργούνται συνθήκες που είναι ευνοϊκές στην πρόκληση επιδημιών και πανδημιών(6).

Η λειτουργική ποικιλομορφία και η πολυπλοκότητα που αντιπροσωπεύουν αυτές οι τεράστιες εκτάσεις γης, ενοποιούνται με τέτοιον τρόπο, ώστε παθογόνα που βρίσκονταν σε απομόνωση έχουν τη δυνατότητα πλέον να μεταδοθούν στον τοπικό ζωικό πληθυσμό και τις ανθρώπινες κοινότητες και, στη συνέχεια, εύκολα από εκεί μεταφέρονται στα αστικά κέντρα που γίνονται τώρα τα πρωτογενή hotspot ασθενειών, όπως σημειώνει ο Rob Wallace(7).

Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων – επιχειρήσεων κοντά σε δάση και απομακρυσμένες περιφερειακές περιοχές, φέρνει παραγωγικά ζώα και ανθρώπους σε διεπαφή με άγριους πληθυσμούς ζώων που φέρουν διάφορα παθογόνα, για τα οποία δεν υπάρχει ανοσία στα ζώα εκτροφής.

Η εκτροφή, λοιπόν, γενετικά όμοιων ζωικών πληθυσμών στη βιομηχανική κτηνοτροφία (πτηνοτροφία, χοιροτροφία, βοοτροφία) τους καθιστά πιο ευάλωτους στα νέα παθογόνα. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι το τεράστιο μέγεθος του ζωικού πληθυσμού στις περιπτώσεις βιομηχανικής μορφής παραγωγής επιτρέπει τη διατήρηση αυτών των παθογόνων σε περίπτωση ανάδυσής τους στις εκτροφές, χωρίς να είναι δυνατή η εξάλειψή τους με φυσικό τρόπο λόγω ανοσίας της αγέλης, καθώς νέα ζώα εισέρχονται στην εκτροφή διαρκώς.

Έτσι, λοιπόν, αυτό το ανταγωνιστικό μοντέλο υψηλών αποδόσεων βιομηχανικής παραγωγής αποτελεί μια συνεχώς ανανεούμενη βάση ευπαθών πληθυσμών ενώ παράλληλα οι χώρες αυτές, για να ανταπεξέλθουν στις ανταγωνιστικές πιέσεις του διεθνούς εμπορίου, δεν τηρούν αυστηρούς κανόνες και δεν επενδύουν στις αναγκαίες υποδομές βιοασφάλειας και ευζωίας.

O Rob Wallace στο βιβλίο του «Big Farms Make Big Flu»(8) μας θυμίζει τη σχέση βιομηχανικής πτηνοτροφίας και ανάπτυξης των ιών της γρίπης. Προσπαθεί να εντοπίσει τη σχέση μεταξύ των πρακτικών της βιομηχανικής και της οργανικής γεωργίας με την επιδημιολογία των ιών και σημειώνει χαρακτηριστικά ότι, όταν ξεσπούν οι κρίσεις σαν τη σημερινή, οι κυβερνήσεις, τα ΜΜΕ, ακόμη και το ιατρικό κατεστημένο, επικεντρώνονται στις έκτακτες συνθήκες, αδιαφορώντας συνήθως για τις δομικές αιτίες που μετατρέπουν ξαφνικά, κατά καιρούς, διάφορους παθογόνους παράγοντες που θεωρούνταν μικρής σημασίας, σε αυτό που χαρακτηρίζει ο ίδιος «παγκόσμιες διασημότητες».

Η κατανάλωση και εμπορία των εξωτικών ειδών

H τρίτη αιτία της εκδήλωσης νέων ασθενειών όπως το Covid-19 συνδέεται με τα εξωτικά/άγρια είδη τα οποία γίνονται όλο και περισσότερο αντικείμενο κατανάλωσης και εμπορίας και εντάσσονται στη διατροφική αλυσίδα αξίας, χωρίς καν να έχει ελεγχθεί η διατροφική ασφάλειά τους. Στο αρχικό στάδιό της η θήρευση και κατανάλωση αφορούσε παράνομες μεθόδους θήρευσης συχνά απειλούμενων ειδών σε απαγορευμένες ζώνες για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών των αυτόχθονων πληθυσμών (στην Αφρική κυρίως). Σήμερα, γνωρίζουμε πλέον ότι η εμπορία για κατανάλωση (αλλά και παραδοσιακή χρήση) αυτών των θηραμάτων όχι μόνο έχει αυξηθεί δραματικά, θέτοντας αυτά τα είδη ζώων υπό εξαφάνιση, αλλά έχει επίσης διεθνοποιηθεί κυρίως λόγω της ζήτησης σε Κίνα και ΗΠΑ.

Συγκεκριμένα, στην Κίνα το πρόβλημα ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 και διευρύνθηκε τη δεκαετία του 1990. Έπειτα από αποτυχημένες αγροτικές πολιτικές για τη σίτιση του πληθυσμού εγκαταλείφθηκε η κολεκτιβιστική οργάνωση της παραγωγής υπέρ της βιομηχανικής, αποκλείοντας όμως τους μικρούς παραγωγούς από την κτηνοτροφία. Ωστόσο, τους επιτράπηκε σταδιακά η ανάπτυξη της εκτροφής άγριων ζώων (φιδιών, αρουραίων, νυχτερίδων, σκαντζόχοιρων κ.ά.) για την κάλυψη διατροφικών αναγκών του πληθυσμού αλλά με δυνατότητα και τοπικής εμπορίας. Καθώς η ανάπτυξη της βιομηχανικής εντατικής γεωργίας καταλάμβανε περισσότερες εκτάσεις γης, αυτοί οι μικροί παραγωγοί ωθούνταν πιο κοντά στα δάση, στις πιο απομακρυσμένες περιοχές αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα να έρθουν σε επαφή με εξωτικά παθογόνα και καθιστώντας ευκολότερη τη μετάδοση των ζωονόσων, όπως και προηγούμενα εξηγήσαμε.

Πρόσφατα αναβίωσε η παραδοσιακή αντίληψη για τις ιατρικές θεραπευτικές ιδιότητες αυτών των ειδών, ενώ παράλληλα η κατανάλωση εξωτικών ειδών συνδέθηκε με ένα συμβολισμό πλούτου και κοινωνικού γοήτρου κατά την πρόσφατη περίοδο ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης. Κι αυτό συνέβαινε, ενώ οι επιδημιολόγοι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου ότι ο συνδυασμός παγκοσμιοποίησης και κατανάλωσης εξωτικού κρέατος άνοιγε τον δρόμο για την εξάπλωση ζωοανθρωπονόσων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο ιός που ευθύνεται για τον Covid-19 πέρασε από τα ζώα στον άνθρωπο, όπως και στην περίπτωση του HIV, του Ebola και του SARS. Μάλιστα, όπως γνωρίζουμε, η εκδήλωση της κρίσης πιθανώς συνδέεται με την αγορά Hunan της πόλης Wuhan της Κίνας όπου πωλούνταν διάφορα προϊόντα ζωικής προέλευσης μεταξύ των οποίων και σκαντζόχοιροι, νυχτερίδες, παγκολίνοι, κροκόδειλοι, χελώνες και αρουραίοι, σε προβληματικές συνθήκες για τη δημόσια υγεία.

Η ύπαρξη ανθυγιεινών και χωρίς κανονισμούς αγορών άγριων ειδών, όπως αυτή της Wuhan, δημιουργούν το ιδανικό περιβάλλον για τη μετάδοση του ιού στον άνθρωπο. Στην Κίνα, μάλιστα, όπου υπάρχει μια πολιτισμική παράδοση κατανάλωσης και εμπορίας άγριων ειδών ζώων, η πιθανότητα εκδήλωσης ενός συμβάντος επαφής του ιού με ένα νέο ξενιστή, τον άνθρωπο, έγινε πραγματικότητα.

Το ξέσπασμα της κρίσης αποκάλυψε την ύπαρξη 20.000 σχετικών επιχειρήσεων άγριων ειδών, που λειτουργούν στην γκρίζα ζώνη λόγω κενών στη νομοθεσία. O ετήσιος τζίρος εκτιμάται από κινέζικη αρχή σε 20 δισ. δολ. ετησίως περίπου, ενώ ο τζίρος του παράνομου εμπορίου αυτών των ειδών ανέρχεται παγκοσμίως σε 23 δισ. δολ., σύμφωνα με εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών.

Αντί επιλόγου

Όσα παρουσιάστηκαν παραπάνω συνηγορούν με την άποψη ότι η κυριαρχία του βιομηχανικού εντατικού συστήματος παραγωγής στη γεωργία διαταράσσει σοβαρά, όχι μόνο την προστασία και αναζωογόνηση του φυσικού περιβάλλοντος, τη βιωσιμότητα των μικρών αγροτών και την κοινωνική συνοχή, αλλά και την ευζωία και τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας.

Οι προσπάθειες ικανοποίησης των αυξανόμενων διατροφικών αναγκών του πλανήτη δεν μπορούν να γίνονται σε βάρος της φύσης, του αγροτικού κόσμου και της δημόσιας υγείας. Το ανεξέλεγκτο εμπόριο εξωτικών και απειλούμενων ειδών πρέπει επίσης να περιοριστεί, αν όχι καταργηθεί, και η σημερινή ρήξη μεταξύ φύσης και κοινωνίας, οικολογίας και οικονομίας να αρθεί.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια νέα ιστορική φάση στην οποία η κλιματική και περιβαλλοντική κρίση πρώτα όσο και η πρόσφατη υγειονομική ανέδειξαν νέες προτεραιότητες. Το παγκόσμιο σύστημα διατροφής (food system) βρίσκεται σε μια κατάσταση μετεξέλιξης. Στο παρελθόν, η Πράσινη Επανάσταση έλυσε προβλήματα παραγωγικότητας και διατροφικής αυτάρκειας σε μεγάλο βαθμό, αλλά προκάλεσε και σημαντικά περιβαλλοντικά προβλήματα - με διαφορετική ένταση βέβαια στις διάφορες περιφέρειες του κόσμου - με συνέπειες για την ποιότητα των εδαφών, τον αέρα, το νερό και τη βιοποικιλότητα.

Στην Ευρώπη η δημιουργία της ΚΑΠ συνέβαλε στην αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η διασφάλιση αυτάρκειας, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η εξασφάλιση ικανοποιητικού γεωργικού εισοδήματος και η μείωση της φτώχειας. Όμως, τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της γεωργίας και του πληθυσμού επιλύονταν σε βάρος του περιβάλλοντος, της φύσης και της βιοασφάλειας, ενώ τώρα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τις διατροφικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις σε συνθήκες αυξανόμενων κοινωνικών πιέσεων. Οι προτεραιότητες δεν είναι οι ίδιες σε κάθε γωνιά του πλανήτη, αλλά όλοι συνομολογούν ότι βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι μεγάλων μετασχηματισμών σε ό,τι αφορά τόσο την παραγωγή όσο και τη διανομή και κατανάλωση των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει τις εν λόγω προκλήσεις με την πρόταση της «στρατηγικής από το χωράφι στο πιάτο», στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας για κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050. Στοχεύει -όπως σημειώνει- σε ένα δίκαιο, υγιεινό και περιβαλλοντικά φιλικό σύστημα κατά μήκος όλης της αλυσίδας αξίας, που αναμένεται να οδηγήσει στην υιοθέτηση και εφαρμογή βιώσιμων παραγωγικών προσεγγίσεων όπως η ευφυής γεωργία, η βιολογική γεωργία-κτηνοτροφία, η αγροοικολογία, η αγροδασοπονία και οι αυστηρότεροι όροι για την ασφάλεια τροφίμων, υγεία και καλή μεταχείριση των ζώων. Αυτά θα συνδυαστούν με τη μείωση της χρήσης λιπασμάτων, χημικών φυτοφαρμάκων, εντομοκτόνων και αντιβιοτικών, με δράσεις για τις μεταφορές, την αποθήκευση και τη συσκευασία, τη σπατάλη των τροφίμων και τον έλεγχο για τη νοθεία, καθώς και με δράσεις ενημέρωσης των καταναλωτών σχετικά με τις καταναλωτικές τους επιλογές και τις συνέπειές τους για το περιβάλλον, την προστασία της φύσης και τη διατροφική υγεία. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον ρόλο της έρευνας, της γνώσης, της καινοτομίας και της ψηφιοποίησης της γεωργίας για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας στην παραγωγή και στην αντιμετώπιση των σύγχρονων περιβαλλοντικών και οικονομικών προκλήσεων.

Σε αυτή τη στρατηγική είναι υποχρεωμένη να προσαρμοστεί και η νέα ΚΑΠ της περιόδου 2021-2027. Απέναντι σε αυτή την πρόταση πολιτικής, ο αγροτικός κόσμος καλείται από τη μία πλευρά «να κάνει περισσότερα με λιγότερα», λόγω της μείωσης των πόρων της ΚΑΠ στη βάση του νέου κοινοτικού προϋπολογισμού, και από την άλλη να αντιμετωπίσει τον διεθνή ανταγωνισμό παραγωγικών δυνάμεων που λειτουργούν με χαλαρότερους κανόνες προστασίας του περιβάλλοντος, ασφάλειας τροφίμων και ευζωίας. Πρόκειται για μια δύσκολη εξίσωση την οποία θα κληθούμε και εμείς να διαχειριστούμε σύντομα.

Πώς απαντάμε σε αυτή την πρόκληση;

Στη χώρα μας το βιομηχανικό μοντέλο παραγωγής – θα έλεγε κανείς – περιορίζεται κυρίως στην πτηνοτροφία και δευτερευόντως στη χοιροτροφία και εκεί όχι στον βαθμό και συγκέντρωση που συναντάται σε άλλες χώρες, και λιγότερο στη βοοτροφία. Επομένως, τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν δεν κυριαρχούν στην ελληνική γεωργία. Με βάση αυτό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τόσο με αφορμή τη νέα πρόταση της ΚΑΠ και της Πράσινης Συμφωνίας όσο και με αφορμή την υγειονομική κρίση, έχουμε μια μοναδική ευκαιρία να συζητήσουμε σοβαρά για τον στρατηγικό προσανατολισμό της ελληνικής γεωργίας τα επόμενα χρόνια.

Με δεδομένα τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής γεωργίας και την υψηλή γεωγραφική παραλλακτικότητα των καλλιεργειών, ο στρατηγικός μας προσανατολισμός θα πρέπει να στοχεύει αφενός στη βελτίωση, από άποψης αποδοτικότητας, του μοντέλου βασικών ομοειδών προϊόντων μαζικής παραγωγής (commodity system of production) που χαρακτηρίζεται από χαμηλές ενιαίες τιμές αλλά και ισχυρό διεθνή ανταγωνισμό, και αφετέρου στη σταδιακή μετατόπιση προς το μοντέλο της διαφοροποιημένης παραγωγής προϊόντων ποιότητας και ταυτότητας, γεωγραφικών ενδείξεων και οργανικής γεωργίας, ασφάλειας και πιστοποίησης. Προϊόντα στα οποία μπορεί να εντοπιστεί και το συγκριτικό πλεονέκτημα της ελληνικής γεωργίας.

Κρίσιμο διαφοροποιητικό στοιχείο ανάμεσα στα συγκεκριμένα μοντέλα είναι η σχέση τους με τους φυσικούς πόρους, αφού η διαφοροποιημένη, ποιοτική και υψηλής προστιθέμενης αξίας παραγωγή είναι φιλικότερη προς το περιβάλλον, σε σύγκριση με τη μαζική και ομογενοποιημένη παραγωγή. Και στα δυο μοντέλα οι συλλογικές μορφές οργάνωσης της παραγωγής και εμπορίας του προϊόντος μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση του κόστους παραγωγής όσο και των τιμών. Αυτό το μοντέλο μπορεί να αξιοποιηθεί περαιτέρω στη σύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τη μεταποίηση, τον τουρισμό και τους υπόλοιπους τομείς που σχετίζονται με το σύστημα προϊόντων αγροδιατροφής, καθώς και με την ολοκληρωμένη αγροτική ανάπτυξη. Μια τέτοια πρόταση μπορεί να υπηρετήσει καλύτερα βασικές αξίες της αγροτικής ανάπτυξης όπως τη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, την προστασία του περιβάλλοντος, του κλίματος και του τοπίου, καθώς και την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου.

Τα κύρια «υποκείμενα» που μπορούν να φέρουν το βάρος αυτής της παραγωγικής ανασύνταξης και προσαρμογής είναι κυρίως το δυναμικό δημογραφικά, εκπαιδευτικά και επιχειρηματικά τμήμα του αγροτικού πληθυσμού, οι συλλογικές μορφές οργάνωσης (συνεταιρισμοί, ομάδες παραγωγών, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις κοκ) και ο επιχειρηματικός κόσμος της αγροδιατροφής με την κατάλληλη επιστημονική, διοικητική και πολιτική υποστήριξη.

Στο πλαίσιο αυτό, άμεσες και αναγκαίες παρεμβάσεις κρίνονται οι εξής:

  • Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο παρεμβάσεων για μια γενναία δημογραφική ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού (με πολιτικές γης και διαδοχής, αξιοποίηση σχολάζουσας δημόσιας περιουσίας, πολιτική επενδυτικών κινήτρων και ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων).
  • Ένα εθνικό λειτουργικό σύστημα διαχείρισης της γνώσης, κατάρτισης, έρευνας, καινοτομίας, ψηφιοποίησης της γεωργίας, νέων τεχνολογιών και γεωργικής συμβουλευτικής.
  • Η εκπόνηση, προσαρμογή και εφαρμογή εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών συστημάτων ποιότητας για τη διασφάλιση και προαγωγή της ποιότητας και ασφάλειας των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων με προστασία της προέλευσης και της ταυτότητάς της.
  • Ένα εθνικό σχέδιο επαναφοράς της τοπικής παραγωγής με σύντομες αλυσίδες αξίας (short value chains) με μικρό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και διακλαδικές συνδέσεις.

Τα παραπάνω μπορούν να οδηγήσουν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής γεωργίας και στην εξασφάλιση ενός δίκαιου εισοδήματος για τον παραγωγό. Επιπλέον, μπορούν να συμβάλουν στην προστασία του περιβάλλοντος,του κλίματος και της βιοποικιλότητας στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και της νέας ΚΑΠ, ενώ ταυτόχρονα δύνανται να ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή με τη δημογραφική ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού, την οικονομική διαφοροποίηση στην ύπαιθρο και τις διακλαδικές συνέργειες αλλά και την υιοθέτηση «έξυπνων παρεμβάσεων» σε κοινωνικές υποδομές (μεταφορές, επικοινωνία, τεχνολογία, κοινωνικές, οργανωτικές, τεχνολογικές καινοτομίες). Καινοτομία, τεχνολογία, γνώση και οργάνωση της παραγωγής μπορούν με τις κατάλληλες πολιτικές να προστατεύσουν το περιβάλλον, να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να ικανοποιήσουν τη ζήτηση.

*Καθηγητή του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην Γεν. Γραμματέα Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων

Σημειώσεις-παραπομπές

1. Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ Μάρτιος 2020, «Οικονομικές Προσεγγίσεις & Εκφάνσεις της Κρίσης του Covid-19: Αιτίες - Αβεβαιότητες - Πολιτικές Αντιμετώπισης». Διαθέσιμο στο: https://bit.ly/33UpsxA

2. ‘Coronavirus, climate change, and the environment’, Environmental Health News, 20.3.2020. Διαθέσιμο στο: https://www.ehn.org/coronavirus-environment-2645553060.html

3. ‘Can Asia’s infectious disease-producing wildlife trade be stopped?’, Brian Barth, Food & Environment Reporting Network, 23.3.2020. Διαθέσιμο στο: https://thefern.org/2020/03/can-asias-infectiousdisease-producing-wildli...

4. ‘Destruction of habitat and loss of biodiversity are creating the perfect conditions for diseases like COVID-19 to emerge’, John Vidal, Ensia, 17.3.2020, Διαθέσιμο στο: https://ensia.com/features/covid-19-coronavirus-biodiversity-planetary-h...

5. ‘Emissions impossible How big meat and dairy are heating up the planet’, GRAIN & Institute for Agriculture and Trade Policy (IATP). July 2018. Διαθέσιμο στο: https://www.globalagriculture.org/fileadmin/files/weltagrarbericht/Welta...

6. ‘Can Asia’s infectious disease-producing wildlife trade be stopped?’, Brian Barth, Food & Environment Reporting Network, 23.3.2020. Διαθέσιμο στο: https://thefern.org/2020/03/can-asias-infectiousdisease-producing-wildli...

7. ‘Capitalism is a disease hotspot’, Rob Wallace, Monthly Review, 12.3.2020. Διαθέσιμο στο: https://mronline.org/2020/03/12/capitalism-is-a-disease-hotspot/

8. Rob Wallace (2016), Big Farms Make Big Flu: Dispatches on Influenza, Agribusiness, and the Nature of Science, Monthly Review Press.