Skip to main content
09 03 2018 | 07:00
του Ευάγγελου Νικολαΐδη
του Ευάγγελου Νικολαΐδη

Αγροτικός τομέας και αγροτικές κινητοποιήσεις

Η έναρξη του 2018 δεν συνοδεύτηκε από αγροτικές κινητοποιήσεις με την έκταση και την ένταση των προηγούμενων ετών. Ωστόσο αυτή η εξέλιξη δεν συνιστά ασφαλές κριτήριο ώστε να αποτιμηθεί η κατάσταση στον αγροτικό τομέα ως ικανοποιητική.

Σε παλαιότερα δημοσιεύματα σχετικά με τις αγροτικές κινητοποιήσεις είχε διατυπωθεί η άποψη ότι ακόμη και η καθολική υιοθέτηση των αιτημάτων δεν θα επαρκούσε για την αντιστροφή της διαδικασίας αποανάπτυξης του αγροτικού τομέα, καθώς αυτή προσκρούει σε προβλήματα που έλκουν την προέλευσή τους από ευρύτερης εμβέλειας δομικά ζητήματα και οικονομικούς μηχανισμούς.ii Κατ’ αναλογία η φετινή υποχώρηση των κινητοποιήσεων δεν σημαίνει ότι τα αναπτυξιακά προβλήματα έχουν ξεπεραστεί.

Στο κείμενο αυτό επιχειρείται η διερεύνηση της σχέσης των αιτημάτων, που συνήθως διατυπώνονται, με τη γενικότερη κατάσταση του πρωτογενούς τομέα. Χωρίς να επιχειρείται κρίση για το κατά πόσο η ικανοποίηση των αιτημάτων είναι εφικτή, η φιλοδοξία περιορίζεται στην ανάδειξη κρίσιμων παραμέτρων για την πληρέστερη τεκμηρίωσή τους και τη διευκόλυνση του διαλόγου. Συγχρόνως αναδεικνύεται ως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση η διεύρυνση του πεδίου συμμετοχής των παραγωγών και σε άλλα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας.

Το ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο

Η αναπτυξιακή διαδικασία και η σχετική υποβάθμιση του πρωτογενούς τομέα. Η δομική πηγή πίεσης στο αγροτικό εισόδημα προέρχεται από τις διαρθρωτικές ανακατατάξεις μεταξύ των τομέων της οικονομίας κατά την αναπτυξιακή διαδικασία. Η δυναμική της οικονομικής ανάπτυξης έχει ως αποτέλεσμα, αλλά και ως προϋπόθεση, τη σχετική μετατόπιση προς τον δευτερογενή και κυρίως τον τριτογενή τομέα.iii

Αυξανομένου του εισοδήματος μειώνεται η σχετική ζήτηση για βασικά αγαθά (τρόφιμα), ενώ αυξάνεται για τα διαρκή αγαθά και τις υπηρεσίες. Οι τομεακές ανακατατάξεις οδηγούν στη σχετική μείωση της συμμετοχής του αγροτικού τομέα σε βασικά μεγέθη (ΑΕΠ, απασχόληση κ.ά.). Επιπλέον προκαλείται επιδείνωση των όρων εμπορίου, δηλαδή της σχέσης ανάμεσα στις τιμές των αγροτικών προϊόντων και των εισροών. μείωση του μεριδίου της πρώτης ύλης στην τελική τιμή των τροφίμων. μεταφορά όλο και μεγαλύτερου τμήματος της προστιθέμενης αξίας εκτός αγροτικού τομέα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η βιώσιμη ικανοποίηση ορισμένων αιτημάτων υπόκειται σε δομικούς περιορισμούς. Στην περίπτωση της Ελλάδας οι περιορισμοί μεγεθύνονται εξ αιτίας ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και δυσμενών εξελίξεων.

Αναντιστοιχία συμμετοχής στο ΑΕΠ και στην απασχόληση. Ο αγροτικός τομέας αδυνατεί να στηρίξει το αγροτικό εισόδημα λόγω της αναντιστοιχίας ανάμεσα στη χαμηλή συμμετοχή στο ΑΕΠ με το εύρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Το εν λόγω δομικό πρόβλημα επιδεινώθηκε καθώς η μεταβολή του λόγου συμμετοχή στην απασχόληση προς συμμετοχή στο ΑΕΠ από 2,8 (1995 - 2005) αυξήθηκε σε 3,8 (2006 - 2013).iv

Τομεακή αναδιάρθρωση χωρίς αναπτυξιακό περιεχόμενο. Η σχετική μείωση της συμμετοχής στο ΑΕΠ και στην απασχόληση, αν γίνεται με «κανονικό» τρόπο, δηλαδή με ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, αλλά με ρυθμό χαμηλότερο από αυτόν του δευτερογενούς και τριτογενούς, τότε αυτό συνιστά αναδιάρθρωση με αναπτυξιακό περιεχόμενο. Πρόκειται δηλαδή για «φυσιολογική» αναπτυξιακή διαδικασία.

Στην περίπτωση της Ελλάδας από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 η τομεακή αναδιάρθρωση δεν έχει αναπτυξιακό περιεχόμενο.v Η συμμετοχή του αγροτικού τομέα μειώθηκε (2006 - 2010), όχι όμως λόγω του βραδύτερου ρυθμού ανάπτυξής του σε σχέση με τον δευτερογενή και τριτογενή, αλλά λόγω της στασιμότητας ή/και μείωσης της παραγωγής του. ακολούθως (2010-2014) η συμμετοχή του αυξήθηκε, όχι λόγω αύξησης της παραγωγής του, αλλά λόγω της εντονότερης μείωσης του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα.

Κρίση ήδη από τα μέσα του 2000. Ο αγροτικός τομέας βρίσκεται μεταξύ στασιμότητας και ύφεσης ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Βασικά μεγέθη βρίσκονται σε αντίθετη πορεία από αυτήν στην Ε.Ε. Μετά το 2010 οι δομικές αναντιστοιχίες ενισχύθηκαν (αύξηση της συμμετοχής στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό και στο ΑΕΠ, βλ. Διάγραμμα 1 και 2). Πρόκειται για φαινόμενα που παραπέμπουν σε αντιστροφή της αναπτυξιακής διαδικασίας και αναστέλλουν τη ριζική επίλυση των προβλημάτων του αγροτικού τομέα.

Σχετικά χαλαρές εγχώριες κλαδικές διασυνδέσεις. Οι κλαδικές διασυνδέσεις του αγροτροφικού συστήματος βρίσκονταν σε διαδικασία αποδιάρθρωσης ήδη από τη δεκαετία του 2000. Η βαθιά και παρατεταμένη ύφεση αναμένεται να έχει αποσαθρώσει περαιτέρω τις εγχώριες διασυνδέσεις. Βέβαια πρόκειται για θέμα το οποίο εξαρτάται κυρίως από τη μεταποίηση και τις υπηρεσίες και συνιστά απόδειξη του ότι το αγροτικό πρόβλημα δεν είναι μόνο αγροτικό. Οι εκτεταμένες εγχώριες κλαδικές διασυνδέσεις δημιουργούν εγχώρια ζήτηση, προστιθέμενη αξία και θέσεις εργασίας. Αντιθέτως οι ασθενείς σχέσεις συνιστούν δομικό πρόβλημα και πηγή ανατροφοδότησης της οικονομικής εξάρτησης, του αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου και της ανεργίας.

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις

Έχοντας υπόψη το παραπάνω πλαίσιο είναι χρήσιμο να αναφερθούν ορισμένα χαρακτηριστικά του αγροτικού κινήματος και των κινητοποιήσεων.

Ασάφεια στον προσδιορισμό του υποκειμένου. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός που αντλεί εισόδημα από αγροτικές δραστηριότητες χαρακτηρίζεται από μεγάλη ανομοιογένεια και ανισότητες που σχετίζονται με το ύψος και τις πηγές προέλευσης του εισοδήματος, το είδος της παραγωγής, το μέγεθος ιδιόκτητων και ενοικιαζόμενων εκτάσεων, τη συμμετοχή στις ενισχύσεις της ΚΑΠ κ.ά.

Κρίση εκπροσώπησης. Η απαξίωση και η υπολειτουργία των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων έχει πολλαπλές δυσμενείς επιπτώσεις. Η χρεοκοπία του συνεταιριστικού κινήματος, τόσο με όρους κύρους όσο και με την έννοια ότι απουσιάζει από το πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας, έχει αφήσει εκτεθειμένους τους παραγωγούς στις δυνάμεις που ελέγχουν την εμπορία και τη μεταποίηση.

Περιορισμένο ρεπερτόριο αιτημάτων. Ως επί το πλείστον τα αιτήματα αναφέρονται στις τιμές και στο κόστος παραγωγής, στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, στη δημοσιονομική πολιτική, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στη λειτουργία της αγοράς, στην προστασία των παραγωγών, στην ΚΑΠ. Ο κατάλογος των αιτημάτων περιέχει υπαρκτά προβλήματα. Ωστόσο είναι αμφίβολο αν ακόμα και η έκφραση «συζήτηση από μηδενική βάση» περιλαμβάνει τα δομικά και μείζονα ζητήματα ανάπτυξης όπως αυτά θεματοποιήθηκαν παραπάνω. Συνεπώς τίθεται το ερώτημα αν και η πλήρης ικανοποίηση των αιτημάτων θα ήταν επαρκής ώστε να αντιστραφεί η διαδικασία αποανάπτυξης του αγροτικού τομέα.

Κενά στην αντιστοίχηση με θεσμικούς περιορισμούς. Το εκάστοτε θεσμικό πλαίσιο δεν παραμένει σταθερό στο διηνεκές. υπόκειται σε αλλαγές σε συνάρτηση με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Ωστόσο η διατύπωση αιτημάτων δεν μπορεί να αγνοεί το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, το εύρος των πιθανών αλλαγών και τις απαιτήσεις σε χρόνο και διαδικασίες γι’ αυτές. Η αγνόησή του, ενώ δεν παράγει αποτελέσματα, μπορεί να οδηγήσει σε επιβολή ποινών, εφ’ όσον παραβιάζονται κανόνες χρηματοδότησης ή διεθνείς συμφωνίες.

Ανεπαρκής οικονομική τεκμηρίωση. Η οικονομική τεκμηρίωση εξαντλείται στην περιγραφή των δυσμενών επιπτώσεων της υφιστάμενης κατάστασης στο αγροτικό εισόδημα. Απουσιάζει μια βαθύτερη ανάλυση σε δομικής φύσεως περιορισμούς οι οποίοι εξ αντικειμένου περιορίζουν την ευελιξία και την ταχύτητα των αλλαγών ή ακόμα και τις αλλαγές καθ’ αυτές. Συνακόλουθα η ικανοποίηση των αιτημάτων εκλαμβάνεται και υποβιβάζεται σε απλό ζήτημα πολιτικής απόφασης και υποτιμάται η αντιστοιχία των πολιτικών αποφάσεων με τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, η οποία όμως επηρεάζει τόσο αυτή καθ’ αυτή τη λήψη τους όσο και τη βιωσιμότητά τους.

Έλλειμμα στη διάκριση μεταξύ διακήρυξης αρχών και διατύπωσης αιτημάτων. Συχνά στην προσπάθεια εκφοράς ενός πολιτικά και ιδεολογικά «ορθού» λόγου δημιουργείται σύγχυση ανάμεσα στις διακηρύξεις επιθυμιών ή γενικών αρχών και στη διατύπωση συγκεκριμένων αιτημάτων. Αυτό οδηγεί σε αποπροσανατολισμό της ουσιαστικής συζήτησης και προσφέρει την ευκαιρία στην πολιτική εξουσία για την αποδόμηση και απόρριψη των αιτημάτων.

Προβληματική απεύθυνση. Το έλλειμμα ανάλυσης όσον αφορά την πλήρη, δομική και υπερεθνική - θεσμική προέλευση αρκετών ζητημάτων έχει αποτέλεσμα τη μετάθεση της ευθύνης σε τρίτους (κυβέρνηση, Ε.Ε., έμπορους, βιομηχάνους, τραπεζίτες), χωρίς αναφορά στο τμήμα του προβλήματος και της λύσης που αναλογεί στους ίδιους τους παραγωγούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πάγιο αίτημα για «μείωση του κόστους παραγωγής». Ωστόσο για τη μείωση του κόστους παραγωγής απαιτούνται ενέργειες από όλους τους εμπλεκόμενους στην παραγωγική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγών. Εν προκειμένω από την πλευρά των παραγωγών απαιτούνται ενέργειες σε ατομική ή/και συλλογική βάση, π.χ. εκλογίκευση της χρήσης των εισροών, ενώ η Πολιτεία θα πρέπει να παράσχει ουσιαστική θεσμική και τεχνικο-οικονομική υποστήριξη.

Καταφυγή σε λύσεις τύπου «πανάκεια». Χαρακτηριστική είναι η αντίληψη που εκφράζεται με το αίτημα για «αναδιάρθρωση της παραγωγής», η οποία ως «ο από μηχανής θεός» θα επιλύσει το αγροτικό πρόβλημα. Η συζήτηση διεξάγεται με όρους που υποβαθμίζουν άλλες ουσιαστικές πτυχές της παραγωγικής διαδικασίας και διαμόρφωσης του εισοδήματος (οργάνωση, εκσυγχρονισμός, ποιότητα, κόστος, ανταγωνιστικότητα), των οποίων η βελτίωση έχει καθοριστική σημασία σε οποιαδήποτε διάρθρωση παραγωγής.

Προς μία εναλλακτική οπτική

Όσα αναφέρθηκαν εκβάλλουν στην αναγκαιότητα για αναβάθμιση τόσο της συνδικαλιστικής δράσης όσο και της διεύρυνσης της εμπλοκής των παραγωγών στο οικονομικό γίγνεσθαι.

Αναβάθμιση της οικονομικής τεκμηρίωσης των αιτημάτων. Η απόδειξη ότι από την υφιστάμενη κατάσταση θίγεται το αγροτικό εισόδημα δεν είναι επαρκής για τη θεμελίωση και ικανοποίηση των διεκδικήσεων. Η τεκμηρίωση θα είναι πληρέστερη αν επεκτείνεται στο ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο και σε όρους δομικών χαρακτηριστικών, με σκοπό την ανίχνευση των περιορισμών, των μηχανισμών και των προϋποθέσεων επίλυσης των προβλημάτων.

Εμπλουτισμός του περιεχομένου των διεκδικήσεων. Τα αιτήματα επικεντρώνονται μόνο σε ορισμένες όψεις των προβλημάτων. Η έμφαση αποδίδεται σε ορισμένα χρόνια προβλήματα και σε αυτά που απορρέουν από την εκάστοτε αγροτική πολιτική, ενώ η αναφορά σε μείζονα δομικά ζητήματα απουσιάζει ή είναι επιφανειακή. Καθώς όμως η επίλυση των επιμέρους προβλημάτων, χωρίς την αντιμετώπιση των δομικών, είναι προσωρινή, θα ήταν χρήσιμο τα «παραδοσιακά» αιτήματα να εμπλουτιστούν με δομικής φύσεως ζητήματα.

Πέραν των δυνατοτήτων που έχουν η πολιτική διαχείριση και η διεκδίκηση σε επιμέρους ζητήματα, θα είχε ουσιαστική συμβολή ο αναπροσανατολισμός της προσπάθειας προς τη δημιουργία προϋποθέσεων για οικονομικές πολιτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα διευκολύνουν την οικονομική ανάπτυξη και την άρση των δομικών αναντιστοιχιών που διαπερνούν τις σχέσεις του αγροτικού τομέα με το σύνολο της οικονομίας. Ως ενδεικτικά πεδία για τον εμπλουτισμό του διαλόγου και των διεκδικήσεων αναφέρονται:

* Η αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στον ρόλο του πρωτογενούς τομέα στο ΑΕΠ, στην απασχόληση, στις εξαγωγές, στην περιφερειακή ανάπτυξη, με τη συμμετοχή του στη χρηματοδότηση και στις επενδύσεις.

* Η ολοκληρωμένη αξιολόγηση του πρωτογενούς τομέα σύμφωνα με όλες τις διαστάσεις του (οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές).

* Η στοχευμένη οικοδόμηση εγχώριων κλαδικών διασυνδέσεων για τη μεγιστοποίηση της παραγόμενης προστιθέμενης αξίας και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης.

* Η οργανική ένταξη του αγροτικού τομέα στην ανάπτυξη της υπαίθρου και η ενίσχυση των δυνατοτήτων πολυαπασχόλησης.

* Η συγκράτηση μεγαλύτερου τμήματος της προστιθέμενης αξίας στον αγροτικό χώρο.

* Η θεσμική αντιμετώπιση μονοπωλιακών καταστάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών.

* Η εκλογίκευση της οικονομικής στήριξης του αγροτικού τομέα στη βάση των πραγματικών αναγκών που απορρέουν από τις ιδιομορφίες του.

* Η δικαιότερη κατανομή και η αποτελεσματικότερη χρήση των διαθέσιμων κοινοτικών και εθνικών πόρων.

Αναβάθμιση της παρέμβασης των παραγωγών στο οικονομικό πεδίο. Πέραν της απεύθυνσης αιτημάτων προς την Πολιτεία, ώστε να πράξει αυτά που της αναλογούν, η ανάληψη ενεργού δράσης από τους παραγωγούς, με συλλογικά σχήματα σε δραστηριότητες που προηγούνται και έπονται της πρωτογενούς παραγωγής, είναι δυνατόν να αναπληρώσει τμήμα των απωλειών που οφείλονται στις τομεακές αναδιαρθρώσεις.

Συνοψίζοντας, η θέση που επιχειρήθηκε να υποστηριχθεί είναι ότι η επίλυση των προβλημάτων του αγροτικού τομέα θα πρέπει να αναζητηθεί και πέραν των παραδοσιακών αιτημάτων του αγροτικού κινήματος και των δυνατοτήτων της τρέχουσας διαχειριστικής πολιτικής από την εκάστοτε κυβέρνηση. Γι’ αυτό απαιτείται πληρέστερη οικονομική τεκμηρίωση και εμπλουτισμός των αιτημάτων με δομικά ζητήματα.

Η έμφαση στην πληρέστερη ανάλυση των οικονομικών δεδομένων δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως αντιπαράθεση στον οραματικό λόγο, αλλά ως προσφορότερος δρόμος έναντι της «φιλοαγροτικής» ρητορικής. Καθοριστική σημασία έχει η ενεργητικότερη και διευρυμένη παρέμβαση των παραγωγών στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας.

Αδιαμφισβήτητα τα πιεστικά προβλήματα πιέζουν προς άμεσες λύσεις. Ωστόσο η μονομερής μέριμνα για την τρέχουσα διαχείριση οδηγεί σε εφήμερου χαρακτήρα προσεγγίσεις και απομακρύνει τη συζήτηση από την ουσιαστικότερη αντιμετώπιση του πρωτογενούς τομέα με όρους στρατηγικής.

Πηγή: avgi.gr

* Επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Αγροτικού Τομέα, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Κρήτης

i) Για τη συγγραφή του κειμένου αντλήθηκαν στοιχεία από το: Νικολαΐδης Ευ. και Κουφίδη Μ. «Οι αγροτικές κινητοποιήσεις της περιόδου 2010 - 2016 στο πλαίσιο των δομικών, χρόνιων και νέων προβλημάτων του πρωτογενούς τομέα», στο Σερντεδάκις Ν. και Τομπάζος Στ. (επιμ.), Όψεις της ελληνικής κρίσης. Συγκρουσιακός κύκλος διαμαρτυρίας και θεσμικές εκβάσεις. Αθήνα. Gutenberg (υπό έκδοση).

ii) Νικολαΐδης Ευ. «Το αγροτικό από ‘μηδενική βάση», Η Αυγή, 26.1.2016

iii) Chenery Β. Hollis (1960). «Patterns of Industrial Growth», American Economic Review, 50(4):624-654.

iv) Νικολαΐδης Ευ. και Στασινόπουλος Γ. (2015). Οι αναπτυξιακές δυνατότητες του αγροτροφικού συστήματος στην Ελλάδα. Αθήνα: ΙΝΕΓΣΕΕ.

v) Στο ίδιο.