Skip to main content
17 02 2015 | 17:40

Συμφώνησαν σε πολλά σημεία Αποστόλου και Καραμίχας

Συμφώνησαν σε πολλά σημεία Αποστόλου και Καραμίχας

Σε θετικό κλίμα πραγματοποιήθηκε σήμερα η συνάντηση του προεδρείου της ΠΑΣΕΓΕΣ με το νέο υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Βαγγέλη Αποστόλου. Παρών ήταν και ο υφυπουργός, Παναγιώτης Σγουρίδης.

Οι εκπρόσωποι της ΠΑΣΕΓΕΣ με επικεφαλής τον πρόεδρο Τζανέτο Καραμίχα είχαν αναλυτική κουβέντα για όλα τα θέματα που απασχολούν τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς.

Μεγάλο βάρος πρέπει να δώσει η νέα ηγεσία του υπουργείου στο κόστος παραγωγής που ταλανίζει τους παραγωγούς, τόνισε η αντιπροσωπεία της ΠΑΣΕΓΕΣ.

Σε δηλώσεις του, εξερχόμενος της συνάντησης ο πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ Τζανέτος Καραμίχας έκανε λόγο για «θετικό κλίμα» στη συνάντηση, τονίζοντας παράλληλα πως «οι εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης σε ό,τι αφορά στον αγροτικό τομέα, μας βρίσκουν σύμφωνους κατά ένα μεγάλο μέρος».

Στην αντιπροσωπεία της ΠΑΣΕΓΕΣ, συμμετείχαν επίσης ο αναπληρωτής πρόεδρος Θωμάς Κουτσουπιάς, οι δυο αντιπρόεδροι Κ. Σκιαδάς και Γιώργος Ανέστης, ο Γενικός Γραμματέας Χρήστος Μπαρλιάς και ο Ταμίας Χρήστος Τσιχήτας και ο γενικός διευθυντής της ΠΑΣΕΓΕΣ, κ. Γιάννης Κολυβάς.

Το υπόμνημα της ΠΑΣΕΓΕΣ

Α. Συνοπτικά στοιχεία για την τρέχουσα οικονομική συγκυρία στον αγροτικό τομέα

Οι Έλληνες αγρότες που αντιπροσωπεύουν το 10% του πληθυσμού, έχουν περιέλθει σε δεινή οικονομική θέση την τελευταία δεκαετία, λόγω της σοβαρής διαταραχής όλης της ελληνικής οικονομίας, των ζημιών που υπέστησαν οι καλλιέργειές τους αλλά της υπερχρέωσης, της έλλειψης ρευστότητας και των δυσβάστακτων φορολογικών επιβαρύνσεων των τελευταίων ετών.

Συγκεκριμένα:

Το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα από το 2006-2013 μειώθηκε κατά 27,3% όταν το αντίστοιχο εισόδημα στην ΕΕ – 28 αυξήθηκε κατά 17,7%.

Ειδικότερα και σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το αγροτικό εισόδημα (εισόδημα συντελεστών παραγωγής) μειώθηκε από τα 6228 εκατ. ευρώ το 2011 στα 6064 εκατ. ευρώ το 2012 και στα 5511,5 εκατ. ευρώ το 2013.

Στην πρόσφατη δημοσίευση της ΠΑΣΕΓΕΣ ως προς τα βασικά μεγέθη στην αγροτική οικονομία καταγράφεται μεγάλη αύξηση στο κόστος αγροτικής παραγωγής κατά την πενταετία 2009-2013, με την άνοδο του κόστους των εισροών να υπερβαίνει, σε απόλυτο μέγεθος, το επίπεδο των 600 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξεως του 13% περίπου. Τονίζεται ότι μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών εισροών η δυσμενέστερη μεταβολή αναφέρεται στο κόστος των ζωοτροφών και της ενέργειας, (πετρέλαιο, ηλεκτρικό ρεύμα) που αυξήθηκε, αθροιστικά, κατά 21% και πλέον στην αναφερόμενη πενταετία. Πρόκειται για δύο κρίσιμες συνιστώσες που αποτελούν σήμερα το 58% περίπου του συνολικού κόστους παραγωγής. Το αποτέλεσμα είναι να προκύπτει σημαντική πτώση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, που μειώθηκε κατά 4,5% περίπου στο διάστημα της διετίας 2011-2013.

Δεν θα πρέπει επίσης να παραβλέπεται το υψηλό κόστος του χρήματος στη χώρα μας (επιτόκια δανεισμού) αλλά και η δυσκολία πρόσβασης των αγροτών σε κονδύλια τα τελευταία χρόνια.

Ιδιαίτερα δυσχερής εμφανίζεται σήμερα η πρόσβαση των αγροτών στον τραπεζικό δανεισμό. Όπως προκύπτει από πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος από την ανάλυση της τραπεζικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, διαπιστώνεται ότι ο τομέας της Γεωργίας απορροφά μόλις το 1,6 % του συνόλου των δανείων.

Η σημαντική επιβράδυνση της τραπεζικής χρηματοδότησης προφανώς σχετίζεται άμεσα και με το γεγονός της υπερχρέωσης σημαντικού αριθμού αγροτικών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, δεδομένου ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε περιπτώσεις ύπαρξης ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν υφίσταται πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης.

Τα επιτόκια των αγροτικών δανείων των γεωργών ακόμη και πρόσφατα κυμαίνονταν σε ποσοστά της τάξης του 10%, σήμερα συνεχίζουν να παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα, ενώ έχει καταργηθεί και η επιδότηση του επιτοκίου στους αγρότες.

Σε αρκετές περιπτώσεις το κόστος των εισροών υπερβαίνει την αξία των εκροών (όπως είναι γνωστό η αγορά καθορίζει τις τιμές πώλησης των αγροτικών προϊόντων σε παγκόσμιο επίπεδο) με αποτέλεσμα η αγροτική εκμετάλλευση να καθίσταται ζημιογόνα, παρά το γεγονός ότι δεν συνυπολογίζονται μέχρι σήμερα στη χώρα μας πολλές παράμετροι που συμμετέχουν σημαντικά στο κόστος παραγωγής, όπως π.χ. η προσωπική εργασία του κατόχου της και των μελών της οικογένειάς του, οι αποσβέσεις του εξοπλισμού κλπ.

Σύμφωνα εξάλλου με πρόσφατα στοιχεία που δημοσίευσε η ΠΑΣΕΓΕΣ ως προς τις εξελίξεις στην αγροτική οικονομία, εξαιρετικά μεγάλη άνοδο καταγράφει η επιβολή των φόρων στο αγροτικό τομέα, οι οποίοι από 181,8 εκατ. ευρώ το 2009 ανήλθαν σε 455 εκατ. ευρώ το 2013, σημειώνοντας αύξηση της τάξεως του 150% και πλέον. Τονίζεται ότι μόνο κατά το 2013 οι φόροι αυξήθηκαν κατά 67% και πλέον.

Το αγροτικό εισόδημα έχει υποστεί πρόσθετη μείωση που υπερβαίνει το 1,5 δις. Ευρώ για κάθε ένα από τα δύο τελευταία χρόνια (2013,2014) εξ αιτίας λόγων, όπως η απομείωση της επιστροφής ΦΠΑ, ειδικού φόρου κατανάλωσης, απομείωσης συντάξεων ΟΓΑ, κλπ (επί πλέον της ποσοτικής μείωσης της παραγωγής και της μείωσης των τιμών πώλησης των αγροτικών προϊόντων.

Ιδιαίτερη έξαρση εμφανίζουν τα προβλήματα στην κτηνοτροφία, η οποία έχει σημαντικό ρόλο στην αγροτική οικονομία και της χώρας και συμβάλλει ουσιαστικά στην περιφερειακή αγροτική ανάπτυξη και στη διατήρηση του κοινωνικού ιστού της υπαίθρου. Παράγει εξαιρετικά ποιοτικά προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας πολλά από οποία είναι ΠΟΠ με κυριότερα, το τυρί ΦΕΤΑ (ΠΟΠ) που είναι αντικείμενο απομίμησης σε παγκόσμιο επίπεδο και το ΓΙΑΟΥΡΤΙ, το οποίο ως στραγγιστό με την ονομασία “Greek Yogurt” έχει καθιερωθεί με μεγάλη επιτυχία στην παγκόσμια αγορά τροφίμων.

Όμως η Ελληνική Κτηνοτροφία δεν έχει ωφεληθεί από την αναγνωρισιμότητα /ανταγωνιστικότητα των κύριων προϊόντων της. Η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος, ανέρχεται σήμερα στους 600.000 τόνους περίπου και βαίνει σημαντικά μειούμενη τα τελευταία χρόνια, ενώ οι ανάγκες της χώρας μας σε γάλα και τυροκομικά προϊόντα ανέρχονται σε 1.350.000 τόνους.

Η παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος μειώθηκε κατά 100.000 τόνους περίπου τα τελευταία χρόνια, γεγονός που επηρέασε και την εγχώρια παραγωγή τυριών και ιδιαίτερα της Φέτας.

Σήμερα η χώρα μας εισάγει το 80% τουλάχιστον των αναγκών της σε βόειο κρέας, το 70% περίπου σε χοίρειο και το 15% σε κρέας πουλερικών.

Χιλιάδες κτηνοτρόφοι έχουν εγκαταλείψει το επάγγελμά τους, ενώ πολλοί άλλοι βρίσκονται στα όρια της εγκατάλειψης. Αυτό συμπαρασύρει και χιλιάδες επιχειρήσεις άλλων τομέων της οικονομίας που εξαρτώνται από την παραγωγή ζωικών προϊόντων και οδηγεί στην ανεργία χιλιάδες εργαζόμενους σε αυτές.

Από τα παραπάνω στοιχεία είναι φανερό πως η κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολύ σοβαρή κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής κτηνοτροφίας, είναι το υψηλό κόστος παραγωγής, γεγονός που επηρεάζει τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα του κλάδου, ενώ τη μεγαλύτερη επίδραση στον καθορισμό του συνολικού κόστους των εισροών στην κτηνοτροφία έχουν το κόστος των ζωοτροφών (70% περίπου του συνολικού κόστους λειτουργίας της κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης) και το κόστος της ενέργειας.

Αναφορικά με τον τομέα της αλιείας, σημειώνεται ότι το υψηλό κόστος δανεισμού, η έλλειψη ρευστότητας, η συνεχής αύξηση στα λειτουργικά κόστη των αλιευτικών σκαφών λόγω της εφαρμογής των διατάξεων που απορρέουν από την κοινοτική νομοθεσία για τον έλεγχο των αλιευτικών δραστηριοτήτων (π.χ. υποχρέωση προμήθειας και εγκατάστασης νέου εξοπλισμού στα σκάφη ) απαιτούν επανασχεδιασμό της αλιευτικής πολιτικής με σκοπό την προώθηση των συλλογικών μορφών δράσης (συνεταιρισμοί) και τον εξορθολογισμό της εμπορίας των αλιευμάτων.

Β. Προτάσεις οριζόντιας Πολιτικής της ΠΑΣΕΓΕΣ για τα προβλήματα του αγροτικού τομέα

Η ΠΑΣΕΓΕΣ από ετών έχει διαμορφώσει πάγιες και τεκμηριωμένες θέσεις –προτάσεις για τα σημαντικά ζητήματα του πρωτογενούς μας τομέα, οι οποίες και παρατίθενται στη συνέχεια

1. Πολιτική αγροτικής γης

Δεν έχει μέχρι σήμερα αναπτυχθεί στοχευμένη πολιτική γης έτσι ώστε να αρθούν όλα τα εμπόδια, οι στρεβλώσεις και οι αγκυλώσεις, όχι μόνο για την άσκηση της αγροτικής δραστηριότητας, αλλά κυρίως για την απρόσκοπτη υλοποίηση των επενδύσεων.

Η οργάνωση και η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα απαιτεί πολιτικές που στοχεύουν στη διατήρηση της αγροτικής γης και στη χωροθέτησή της με την καθιέρωση των χρήσεων γης, αλλά και την προστασία της ώστε να σταματήσει ο έντονος και συχνά αλόγιστος ανταγωνισμός από τις άλλες χρήσεις γης (τουρισμός, βιομηχανία, οικιστική αξιοποίηση, αλλά και να ληφθούν μέτρα - ένα μικρό τέλος, στις εγκαταλειμμένες γεωργικές γαίες).

Στο πλαίσιο αυτό, αποκτά προτεραιότητα η δημιουργία ενός εθνικού αγροτικού κτηματολογίου με στόχο την κατοχύρωση της ιδιοκτησίας των εκτάσεων που έχουν, εδώ και πολλά χρόνια, παραχωρηθεί στους αγρότες και καλλιεργούνται. Η βάση δεδομένων των καλλιεργούμενων εκτάσεων που έχει αναπτυχθεί στο ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης των ενισχύσεων, μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για τη δημιουργία του αγροτικού κτηματολογίου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι 560.000 μη κατά κύριο επάγγελμα αγρότες διαθέτουν 3,4 εκ. αγροτεμάχια συνολικής έκτασης 21 εκ. στρεμμάτων και 240.000 κατά κύριο επάγγελμα αγρότες διαθέτουν 2,7εκ. αγροτεμάχια, συνολικής έκτασης 35 εκ, στρεμμάτων.

Σύμφωνα με έγκυρους αναλυτές αναμένεται τα επόμενα έτη σημαντική αύξηση της ζήτησης τροφίμων και περιορισμός των διαθέσιμων καλλιεργούμενων εκτάσεων, με αποτέλεσμα να τίθεται και στην Ε.Ε. ζήτημα διατροφικής ασφάλειας και παραγωγικής ικανότητας του γεωργικού παραγωγικού συστήματος για τη σταθερή και ασφαλή προμήθεια τροφίμων. Το γεγονός αυτό και μόνο αυτό θέτει ως προτεραιότητα, περισσότερο από ποτέ αναγκαία, την προστασία της παραγωγικής γεωργικής και κτηνοτροφικής γης.

Ο σαφής καθορισμός δηλαδή η χωροθέτηση των χρήσεων γης στη χώρα μας, προτείνεται να εφαρμοστεί σύμφωνα με τις παραπάνω ανάγκες και προϋποθέσεις, προκειμένου να οριοθετηθεί πλήρως αλλά και να προστατευθεί ικανοποιητικά η αγροτική, κτηνοτροφική και δασική γη.

2. Πολιτική αρδευτικού νερού

Το νερό αποτελεί πηγή ζωής και αναδεικνύεται όλο και περισσότερο σήμερα σαν καθοριστικός παράγοντας διατήρησης και αναβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος. Είναι επίσης, βασικός και απαραίτητος συντελεστής παραγωγής στον αγροτικό χώρο. Κατά συνέπεια, η ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων στον αγροτικό τομέα αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη και ανάπτυξη του αγροτικού τομέα στη χώρα μας.

Η σταδιακή εξάντληση των επιφανειακών πηγών νερού οδηγεί στην εντατικοποίηση της υπεδάφιας άντλησης, η οποία με την σειρά της δημιουργεί θαλάσσια διείσδυση και κατά συνέπεια την εμφάνιση του φαινομένου της υφαλμύρωσης. Η διάβρωση και η αλάτωση των εδαφών αποτελούν τις κυριότερες διεργασίες για την εμφάνιση του φαινομένου της ερημοποίησης, από το οποίο απειλείται άμεσα το 35% της επικράτειας.

Με βάση τα παραπάνω απαιτείται η εφαρμογή και η συμπλήρωση της υφιστάμενης νομοθεσίας με σκοπό την εξοικονόμηση του νερού με τρόπο στοχευμένο και συστηματικό.

Τονίζεται, ότι η ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων δεν θα πρέπει να περιορίζεται στις περιοχές με ελλειμματικό υδατικό ισοζύγιο, αλλά και σε εκείνες όπου υπάρχει επάρκεια νερού, δεδομένου ότι τυχόν εφαρμογή αναχρονιστικών μεθόδων άρδευσης στις τελευταίες οδηγεί όχι μόνο σε κατασπατάληση ενός πολύτιμου φυσικού πόρου αλλά και τελικά στην ερημοποίησή τους.

Στο πλαίσιο αυτό, η ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων και κύρια του αρδευτικού νερού πρέπει να στοχεύει στη διαχείριση της ζήτησης μέσω:

  • της εξοικονόμησης νερού τοπικά
  • της αύξησης της προσφοράς νερού από άλλα πλεονασματικά διαμερίσματα της υλοποίησης μεγάλων επενδύσεων για την κατασκευή νέων αλλά και την συντήρηση και αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών (αρδευτικά δίκτυα, φράγματα, λιμνοδεξαμενές κλπ.) με βάση ένα συνολικό προγραμματικό σχέδιο και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα
  • της παροχής κινήτρων στους παραγωγούς για τη χρησιμοποίηση σύγχρονων αρδευτικών πρακτικών και συστημάτων, που περιορίζουν την κατανάλωση νερού.

Η βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων, επιβάλει τη λήψη αποφάσεων τοπικά, δηλαδή σε επίπεδα υδατικού διαμερίσματος από τους αντίστοιχους Ενιαίους Φορείς Διαχείρισης των τοπικών Υδάτων.

Οι φορείς αυτοί θα πρέπει να επικεντρώνονται στο σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός ενιαίου μοντέλου διαχείρισης του νερού σε επίπεδο υδατικού διαμερίσματος, με ιδιαίτερη έμφαση στη διαχείριση του αρδευτικού νερού, με βιώσιμο τρόπο και εφαρμογή των κατάλληλων ανταποδοτικών κριτηρίων.

Κατά συνέπεια, η δράση των Φορέων διαχείρισης θα περιλαμβάνει την καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης προσφοράς και ζήτησης νερού στην περιοχή τους, το σχεδιασμό μέτρων εξοικονόμησης νερού, την επιλογή των καταλληλότερων έργων υποδομής για τη μεσομακροπρόθεσμη εξισορρόπηση της προσφοράς και ζήτησης νερού και την υλοποίηση των αποφάσεων που θα έχουν ληφθεί σε τοπικό επίπεδο.

Η τιμολόγηση της χρήσης αρδευτικού νερού από τους αγρότες, προϋποθέτει την ύπαρξη της απαραίτητης υποδομής (σύγχρονα συλλογικά αρδευτικά δίκτυα) μέσω της οποίας θα οδηγείται αυτό μέχρι τον αγρό.

Είναι απόλυτα αναγκαίο να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα των επενδύσεων για την εξοικονόμηση αρδευτικού νερού και την αποτελεσματική διαχείριση των υδάτινων πόρων.

Η αναλυτική πρόταση-μελέτη της ΠΑΣΕΓΕΣ για την εφαρμογή ενός ενιαίου μοντέλου διαχείρισης των υδατικών πόρων, που αντιμετωπίζεται με την εκπόνηση ολοκληρωμένης μελέτης και έχει υποβληθεί εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα στα αρμόδια Υπουργεία Περιβάλλοντος και Αγροτικής Ανάπτυξης, θα πρέπει να αξιοποιηθεί.

3. Αύξηση της προστιθέμενης αξίας των αγροτικών προϊόντων

Tα Ελληνικά αγροτοδιατροφικά προϊόντα χαρακτηρίζονται, τόσο από εξαιρετικά διατροφικά /οργανοληπτικά /γευστικά χαρακτηριστικά, όσο και από το χαμηλό ποσοστό της προστιθέμενης αξίας τους.

Είναι χαρακτηριστική η αναφορά υψηλόβαθμου στελέχους της Γ.Δ. Γεωργίας της Ε.Ε. (κος Τάσος Χανιώτης) ότι η προστιθέμενη αξία που προσδίδεται σε κάθε παραγόμενο αγροτικό προϊόν αξίας ενός ευρώ στη χώρα μας ανέρχεται σε 0,40 ευρώ, ενώ στα αντίστοιχα Ιταλικά ή Ισπανικά προϊόντα η προστιθέμενη αξία ανέρχεται σε 1,30 -1,50 ευρώ.

Πρόσφατες μελέτες (π.χ. ΚΕΠΕ, Τράπεζα Πειραιώς κλπ) καταδεικνύουν με ποσοτικούς αναλυτικούς δείκτες, ότι η Ελλάδα είναι σήμερα ανταγωνιστική (σε διεθνές επίπεδο) σε δύο μόνον κατηγορίες προϊόντων και συγκεκριμένα στα τρόφιμα και στα ορυκτά /μεταλλεύματα.

Κυρίαρχο γνώρισμα των ελληνικών εξαγωγών είναι η πολύ μικρή προστιθέμενη αξία τους, καθώς πρόκειται για βασικά αγαθά τα οποία εξάγονται σε ακατέργαστη και πρωτογενή μορφή χωρίς να υφίστανται καμία περαιτέρω επεξεργασία επί ελληνικού εδάφους, γεγονός που θα αύξανε το οικονομικό όφελος των εξαγωγών για την ελληνική οικονομία και θα συνέβαλε στην ανάδειξη επώνυμων ελληνικών προϊόντων.

Η πρόκληση λοιπόν για το μέλλον δεν μπορεί να είναι η αύξηση των μεριδίων αγοράς μέσω της περαιτέρω συμπίεσης του εργατικού κόστους.

Αντίθετα, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην περαιτέρω εγχώρια επεξεργασία των προϊόντων, μεταλλευμάτων και αγροτικής παραγωγής, στα οποία η Ελλάδα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα, με ταυτόχρονη ανάδειξη ελληνικών επώνυμων προϊόντων, τα οποία θα μπορέσουν να ενσωματώσουν υψηλότερα περιθώρια κέρδους, απαλλάσσοντας τις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις από το συνεχή ανταγωνισμό από χώρες χαμηλού εργατικού και παραγωγικού κόστους.

Τέλος, η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων τεκμηριώνεται ουσιαστικά από την συνεχή αύξηση της αξίας των εξαγωγών τους τα τελευταία χρόνια (βλ. επισυναπτόμενο πίνακα για την εξέλιξη βασικών μεγεθών της αγροτικής οικονομία, ΠΑΣΕΓΕΣ 2014).

Συμπερασματικά

Από τον επισυναπτόμενο πίνακα στον οποίο εμφανίζεται η εξέλιξη βασικών μεγεθών της αγροτικής οικονομίας (ΠΑΣΕΓΕΣ 2014) προκύπτουν άμεσα τα ακόλουθα:

  • Η αξία της αγροτικής παραγωγής τα τελευταία έτη (2009-2013) κυμαίνεται μεταξύ 9 και 10 δις Ευρώ.
  • Το κόστος παραγωγής στον αγροτικό τομέα (εισροές) κυμαίνεται μεταξύ 4,7-5,3 δις ευρώ.

Κατά συνέπεια η επίτευξη μείωσης του κόστους παραγωγής στον αγροτικό τομέα π.χ. κατά 20% θα επέφερε μια εξοικονόμηση ποσού της τάξης του 1δις ευρώ ετήσια ενώ η αύξηση της προστιθέμενης αξίας της αγροτικής παραγωγής (μέσω μεταποίησης, τυποποίησης, πιστοποίησης, αποτελεσματικών πρακτικών προώθησης κλπ) σε επίπεδα που θα προσεγγίζουν τα αντίστοιχα των χωρών του ευρωπαϊκού νότου θα επέφερε στην εθνική οικονομία έσοδα της τάξης των 10δις ευρώ και μάλιστα (κατά κανόνα) σε συνάλλαγμα.

4. Κόστος Αγροτικής Παραγωγής

Στην πρόσφατη δημοσίευση της ΠΑΣΕΓΕΣ ως προς τα βασικά μεγέθη στην αγροτική οικονομία καταγράφεται μεγάλη αύξηση στο κόστος αγροτικής παραγωγής κατά την πενταετία 2009-2013, με την άνοδο του κόστους των εισροών να υπερβαίνει, σε απόλυτο μέγεθος, το επίπεδο των 600 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξεως του 13% περίπου. Τονίζεται ότι μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών εισροών η δυσμενέστερη μεταβολή αναφέρεται στο κόστος των ζωοτροφών και της ενέργειας, που αυξήθηκε, αθροιστικά, κατά 21% και πλέον στην αναφερόμενη πενταετία. Πρόκειται για δύο κρίσιμες συνιστώσες που αποτελούν σήμερα το 58% περίπου του συνολικού κόστους παραγωγής. Το αποτέλεσμα είναι να προκύπτει σημαντική πτώση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, που μειώθηκε κατά 4,5% περίπου στο διάστημα της διετίας 2011-2013.

Είναι προφανής η άμεση ανάγκη λήψεως μέτρων για τη μείωση του κόστους παραγωγής στις δύο ως άνω αναφερόμενες εισροές του αγροτικού τομέα.

5. Κτηνοτροφία

Ο κλάδος της κτηνοτροφίας ήταν και παραμένει ο μεγάλος ασθενής του γεωργικού μας τομέα με ότι αυτό συνεπάγεται για το εμπορικό μας ισοζύγιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα μας υπολείπεται της ποσόστωσης αγελαδινού γάλακτος κατά περίπου 200.000 τόνους (όταν άλλες χώρες διεκδικούν συμπληρωματικές ποσοστώσεις) ενώ δεν έχει αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την κατοχύρωση της φέτας. Είναι επίσης χαρακτηριστικό, ότι από το 2011 και εφεξής μειώνεται συνεχώς η παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος.

Οι συνέπειες της ανόδου του κόστους των εισροών στην κτηνοτροφία τα τελευταία χρόνια έθεσαν - και συνεχίζουν να θέτουν σε κρίση τον κλάδο. Από την άλλη πλευρά οι εισαγωγές κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων πλησιάζουν αθροιστικά στο ύψος των 2 δις ευρώ περίπου, καλύπτοντας σταθερά το 30% των εισαγωγών του αγροτικού τομέα, αποτελώντας τη βασική αιτία δημιουργίας ελλείμματος στο εμπορικό αγροτικό ισοζύγιο.

Επομένως ο κλάδος της κτηνοτροφίας πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής, τόσο στο πλαίσιο της εθνικής πολιτικής για τον αγροτικό τομέα, όσο και στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ.

Απαιτούνται:

Βοσκότοποι

  • Άμεση ολοκλήρωση της σύνταξης των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης με τη μέριμνα των οικείων Κτηνοτροφικών Οργανώσεων σύμφωνα με το νόμο 4264/2014 (άρθρο 60) και την ΚΥΑ 117394/2932 (ΦΕΚ Β 3557/ 30-12-2014) γιατί διαφορετικά δεν θα είναι δυνατή η κατανομή και διάθεση των βοσκήσιμων εκτάσεων για το τρέχον έτος. Ήδη ο ΣΕΚ έχει καταθέσει ολοκληρωμένη πρόταση στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης προκειμένου να προχωρήσει άμεσα στη σύνταξη των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης σε συνεργασία με τις οργανώσεις μέλη του ανά Περιφερειακή Ενότητα.
  • Αντικατάσταση όλων των στρεμμάτων που απεντάχθηκαν με άλλες επιλέξιμες εκτάσεις για την απρόσκοπτη και χωρίς προβλήματα είσπραξη των ενισχύσεων.
  • Απόδοση των βοσκότοπων στους πραγματικούς κτηνοτρόφους με μακροχρόνια "μίσθωση" το τίμημα της οποίας θα πρέπει να είναι ένα ελάχιστο και συμβολικό τέλος.
  • Αξιοποίηση όλων των βοσκότοπων της χώρας και με την ολοκλήρωση των διαχειριστικών σχεδίων στις περιοχές NATURA, προστατεύοντας ταυτόχρονα και το περιβάλλον.

Φρέσκο γάλα

  • Επαναφορά του όρου φρέσκο και καθορισμός της διάρκειας ζωής του φρέσκου γάλακτος στις 5 ημέρες.
  • Υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης της πρώτης ύλης στο γάλα και στα γαλακτοκομικά προϊόντα. για την προστασία των καταναλωτών και της ελληνικής παραγωγής.

Γιαούρτι

Διατήρηση των ισχυουσών στον ΚΤΠ προδιαγραφών παρασκευής γιαουρτιού, τόσο ως προς την πρώτη ύλη (νωπό γάλα) όσο και ως προς τον τρόπο παρασκευής του, στα οποία άλλωστε οικοδομήθηκε το brand name, η ιδιαιτερότητά του και η σαφής διαφοροποίησή του από τους ανταγωνιστές του.

Φέτα

  • Προστασία της Φέτας σε όλες τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, που συνάπτει η Ε.Ε. με τρίτες χώρες και ιδιαίτερα με τον Καναδά και τις ΗΠΑ.
  • Δημιουργία ελεγκτικού μηχανισμού στην Ε.Ε. για την τήρηση των όρων του κανονισμού 1151/2012, όσον αφορά την προστασία των προϊόντων ΠΟΠ-ΠΓΕ διότι ευρωπαϊκές εταιρείες κυκλοφορούν με την ετικέτα «φέτα» ψευδεπίγραφα προϊόντα εκτός Ε.Ε.

Έλεγχος και εκρίζωση ζωονόσων

  • Προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στην αντιμετώπιση του Καταρροϊκού πυρετού Απαιτείται τροποποίηση της ΚΥΑ έγκρισης προγραμμάτων οικονομικών αποζημιώσεων με σκοπό την πλήρη αποζημίωση των πληγέντων κτηνοτρόφων , τόσο για τα ζώα που κατέληξαν, όσο και για αυτά που πρέπει να θανατωθούν. Επίσης θα πρέπει να υλοποιηθεί άμεσα η χρήση των εμβολίων.
  • Οικονομική στήριξη των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων που τα κοπάδια τους επλήγησαν από καταρροϊκό πυρετό και ευλογιά με ένταξη σε σχετικά ευρωπαϊκά προγράμματα για την ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου και την αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος
  • Οριστική εκρίζωση του καταρροϊκού πυρετού, του μελιταίου πυρετού (βρουκέλλωση) των αιγοπροβάτων, της φυματίωσης των βοοειδών κ.α.
  • Επιτάχυνση της υλοποίησης των προγραμμάτων ανίχνευσης και αύξησης της ανθεκτικότητας των αιγοπροβάτων στην τρομώδη νόσο (scrapie)
  • Ενίσχυση των αρμοδίων υπηρεσιών με το απαραίτητο επιστημονικό προσωπικό και έγκαιρη εξασφάλιση του απαραίτητου εργαστηριακού εξοπλισμού και των αναλώσιμων.
  • Αναθεώρηση της πρότασης του ΥΠΑΑΤ προς την Ε.Ε για τη συνδεδεμένη ενίσχυση και την ενίσχυση για την παραγωγή πρωτεϊνούχων φυτών.
  • Στην αιγοπροβατοτροφία η συνδεδεμένη ενίσχυση δεν θα πρέπει να δοθεί ανά κεφαλή ζώου, όπως προβλέπει ο ισχύων κανονισμός αλλά θα πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια από Ελληνικής πλευράς να ληφθούν υπόψη επιπρόσθετα εκτός από την παραγόμενη ποσότητα και συγκεκριμένες ποιοτικές προδιαγραφές του προϊόντος , με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας του παραγόμενου γάλακτος (μικροβιακό φορτίο), όπως συνέβη στο παρελθόν με την εφαρμογή των ποιοτικών χαρακτηριστικών του άρθρου 69 του Κανονισμού 1782/2003.

6. Πολιτική γενετικού και πολλαπλασιαστικού υλικού

Είναι απόλυτα αναγκαίο να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα εγχώριου γενετικού και πολλαπλασιαστικού υλικού και η απεξάρτηση της χώρας και των αγροτών από το ολιγοπωλιακό καθεστώς προμήθειας του υλικού αυτού, έτσι ώστε να αναπτυχθεί άλλη μια σημαντική γεωργική δραστηριότητα με σημαντικό οικονομικό όφελος για τον αγροτικό τομέα.

Για να αντιληφθεί κανείς τη σημασία και την αξία του γενετικού και πολλαπλασιαστικού υλικού, πρέπει να λάβει υπόψη του ότι ένα κιλό χρυσός σήμερα αξίζει περίπου 40.000 Δολάρια, ενώ ένα κιλό σπόρος ντομάτας αξίζει 120.000 Δολάρια.

Η δαπάνη για σπόρους και πολλαπλασιαστικό υλικό ανέρχεται σε ετήσια βάση στο όχι ευκαταφρόνητο ποσό των περίπου 300 εκατ. ευρώ, δαπάνη που κατά κύριο λόγο αναφέρεται σε εισαγωγές.

7. Προβολή και προώθηση αγροτικών προϊόντων

Αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική προτεραιότητα ο εκ νέου σχεδιασμός των μέτρων, αλλά και η ενίσχυση των πόρων για την προώθηση των αγροτικών προϊόντων στη διεθνή, την ευρωπαϊκή και την εγχώρια αγορά.

Η βάση της πολιτικής για την προώθηση θα πρέπει να αναφέρεται στα σημαντικά αγροτικά προϊόντα (ελαιόλαδο, ελιές, φέτα, μέλι, κρασί, οπωροκηπευτικά, ιχθυοκαλλιέργειες κ.α.) και να συνδυάζεται, όπου αυτό είναι δυνατόν, με το τουριστικό μας προϊόν.

Προτείνεται η σύσταση μικτής επιτροπής, η οποία, με τη συμμετοχή εκπροσώπων επαγγελματικών φορέων και οργανώσεων θα προσδιορίζει τους στόχους, αναλαμβάνοντας παράλληλα τον σχεδιασμό, την υλοποίηση και την παρακολούθηση στρατηγικής για την προβολή και την προώθηση των αγροτικών προϊόντων, διαφοροποιημένης ως προς το περιεχόμενό της ανάλογα με την αγορά προς την οποία απευθύνονται (εγχώρια αγορά, εσωτερική αγορά, αγορά τρίτων χωρών).

Προτεραιότητα θα πρέπει να αποκτήσουν τα προϊόντα γεωγραφικής ένδειξης (ΠΟΠ, ΠΓΕ, Ειδικά Παραδοσιακά-ΕΠΠΕ) αλλά και προϊόντα διατροφικού χαρακτήρα τα οποία διαθέτουν συγκριτικό πλεονέκτημα ως προς τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά και ως προς τον εξαγωγικό τους προσανατολισμό, προερχόμενα από συστήματα παραγωγής φιλικά προς το περιβάλλον.

8. Έλεγχος και εποπτεία της αγοράς των διατροφικών προϊόντων

Η λειτουργία της αγοράς δεν μπορεί να βασίζεται σε «άτυπες συμφωνίες κυρίων».

Οφείλει να υπακούει σε κανόνες λειτουργίας και διαφάνεια συναλλαγών.

Η υιοθέτηση ενός καθολικού συστήματος ιχνηλασιμότητας των αγροτικών-διατροφικών προϊόντων, το οποίο αποτελεί ζήτημα μέγιστης προτεραιότητας και έχει επανειλημμένα τεθεί από την ΠΑΣΕΓΕΣ, ώστε οι αγρότες και οι επιχειρήσεις τους να προστατεύονται από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, βρίσκεται ακόμα σε επίπεδο σχεδιασμού.

Δεν έχει, επίσης, υιοθετηθεί η καθιέρωση ενός και μοναδικού τιμολογίου από τις αλυσίδες λιανικής πώλησης, στο οποίο πρέπει να ενσωματώνεται η αρχική τιμή και οι εκπτώσεις, ούτε, βέβαια, έχει αντιμετωπιστεί η καθυστέρηση των πληρωμών των προμηθευτών από τις μεγάλες αλυσίδες λιανικής πώλησης τροφίμων, κατά παράβαση της σχετικής Κοινοτικής Οδηγίας και του υφιστάμενου εθνικού πλαισίου.

Οι προμηθευτές, οι αγρότες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις τους, παραμένουν κυριολεκτικά έρμαια του ασκούμενου οικονομικού εκβιασμού, της νόθευσης του ανταγωνισμού, των συνεπειών της οικονομικής κρίσης και της πολύμηνης καθυστέρησης των πληρωμών. Παράλληλα διατηρείται και μεγεθύνεται το καθεστώς της “ελληνοποίησης” των προϊόντων, που υπονομεύει την εγχώρια παραγωγή.

Απαιτούνται:

  • Η κατάργηση του πιστωτικού τιμολογίου έκπτωσης εκ των υστέρων και η καθιέρωση ενός και μοναδικού τιμολογίου από τις αλυσίδες λιανικής πώλησης, στο οποίο ενσωματώνεται η αρχική τιμή και οι εκπτώσεις,
  • Η καθιέρωση ενός σύγχρονου συστήματος ιχνηλασιμότητας των αγροτικών διατροφικών προϊόντων, με την εφαρμογή ολοκληρωμένων πληροφοριακών συστημάτων επιχειρησιακού χαρακτήρα σε όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής τροφίμων (και ζωοτροφών) και
  • Η αύξηση του ελάχιστου ύψους των διοικητικών προστίμων για περιπτώσεις νοθείας στα τρόφιμα, με άρση της άδειας λειτουργίας για δύο χρόνια, σε περίπτωση υποτροπής. Παράλληλα, απαιτείται η υιοθέτηση μέτρων από τα συναρμόδια Υπουργεία Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για τον έλεγχο της “ελληνοποίησης” στα εισαγόμενα αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα.
  • Η υιοθέτηση του καθολικού ηλεκτρονικού τιμολογίου και του καθολικού συστήματος ιχνηλασιμότητας των αγροδιατροφικών προϊόντων θα μπορούσε να είναι η απάντηση σε ζητήματα αδιαφάνειας, φοροδιαφυγής και πάταξης των «ελληνοποιήσεων», έτσι ώστε και το κράτος να έχει έσοδα και οι αγρότες και οι αγροτικές οργανώσεις να προστατεύονται από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

9. Εξυγίανση και ανασυγκρότηση των Οργανώσεων των Παραγωγών δηλαδή των Αγροτικών Συνεταιρισμών

Είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ απαραίτητη η συλλογική δράση, η οργάνωση και η στήριξη των γεωργών από υγιείς και ορθολογικά λειτουργούσες οργανώσεις παραγωγών.

Οι συνεταιριστικές οργανώσεις προστατεύουν τους παραγωγούς επιτυγχάνοντας οικονομίες κλίμακας μέσω των συλλογικών δράσεων, όπως η μείωση του κόστους παραγωγής (π.χ. μέσω της από κοινού προμήθειας των εισροών με ευνοϊκούς όρους) καλύτερες τιμές πώλησης των προϊόντων τους (επεξεργασία/μεταποίηση /συλλογική πώληση) τεχνική υποστήριξη μέσω του επιστημονικού δυναμικού που διαθέτουν και διασφάλιση του εισοδήματός τους.

Απαιτούνται:

  • Άμεση ριζική τροποποίηση του νόμου 4015/2011 για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς γιατί όχι μόνο δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί στην πράξη, αλλά έχει ήδη δημιουργήσει πολλά δεινά στο συνεταιριστικό κίνημα.
  • Σε δεύτερο στάδιο σύνταξη και ψήφιση νέου νόμου για τους συνεταιρισμούς, που θα ανταποκρίνεται στις σημερινές απαιτήσεις του αγροτικού τομέα της χώρας μας και θα διευκολύνει την αποτελεσματική/ορθολογική λειτουργία των οργανώσεων των παραγωγών.
  • Απρόσκοπτη εφαρμογή στην πράξη των θεμελιωδών αρχών και κανόνων του συνεργατισμού και απεμπλοκή των συνεταιρισμών από κομματικές, κρατικές και κάθε άλλου είδους παρεμβάσεις, που έρχονται σε αντίθεση με τους καταστατικούς σκοπούς και στόχους τους.
  • Παροχή πρόσθετων κινήτρων για τη σύσταση οργάνωση και λειτουργία των οργανώσεων παραγωγών των βασικών προϊόντων (οπωροκηπευτικά, λάδι, γάλα κλπ.) αλλά και εκσυγχρονισμός του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, όπου αυτό απαιτείται (π.χ. οργανώσεις, ομάδες παραγωγών).
  • Πλήρης αξιοποίηση των σχετικών κονδυλίων του νέου Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης (μέτρο 9), αλλά και επέκταση των δράσεων και αύξηση του προϋπολογισμού του συγκεκριμένου μέτρου.
  • Υιοθέτηση ενός προγράμματος εξυγίανσης, ανασυγκρότησης και ανάπτυξης των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων. Για το σκοπό αυτό απαιτείται η εκπόνηση μελετών αποτίμησης της υφιστάμενης χρηματοοικονομικής και περιουσιακής κατάστασής τους, αλλά και ο σχεδιασμός των απαιτούμενων δράσεων προκειμένου να επιτευχθεί η επιχειρησιακή εξυγίανση και την ανάπτυξή τους.

Το πρόγραμμα αυτό οφείλεται να υποστηριχθεί, ώστε να αντιμετωπιστούν με βιώσιμο τρόπο οι οφειλές σε τράπεζες, στο Δημόσιο και στα ασφαλιστικά ταμεία με εκχώρηση μη-παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων στους πιστωτές, με επαρκή αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου και με την απαιτούμενη θεσμική προσαρμογή με βάση τα προϊόντα ή τις τοπικές ιδιαιτερότητες, αλλά και την ελεύθερη έκφραση των τοπικών συνεταιρισμών και αγροτών.

10. Περιορισμός ρευστότητας – χρηματοδότησης του αγροτικού τομέα

Όπως προκύπτει από πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος από την ανάλυση της τραπεζικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, διαπιστώνεται ότι ο τομέας της Γεωργίας απορροφά μόλις το 1,6 % του συνόλου των δανείων. Πραγματικά, το Δεκέμβριο του 2013, το υπόλοιπο των δανείων που προορίζονται για τις επιχειρήσεις του αγροτικού τομέα ανέρχεται μόλις σε 1,628 δις €, έναντι των 21,481 δις € της βιομηχανίας (20,8%), των 20,038 δις € του εμπορίου (19,4%) των 11,838 δις € της ναυτιλίας (11,5%), των 10,803 δις € των κατασκευών (10,5%) και των 7,735 δις € του τουρισμού (7,5 %).

Τονίζεται ότι από το 2009, από την έναρξη της ύφεσης στην οικονομία μέχρι και πρόσφατα, ο ρυθμός επιβράδυνσης της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις γεωργικές επιχειρήσεις, με βάση τη μεταβολή του υπολοίπου των δανείων σε ετήσια βάση (Δεκ. 2009-Δεκ. 2013) καταγράφει πτώση της τάξεως του 59%. Σημειώνεται ότι στους άλλους κλάδους της οικονομίας η ροή τραπεζικής χρηματοδότησης στο ίδιο χρονικό διάστημα ήταν σαφώς ευνοϊκότερη, με αύξησή της προς τη ναυτιλία (18%) και τον τουρισμό (5%), ενώ η μείωση που καταγράφεται στη βιομηχανία (-5,7%), στις κατασκευές (-5,6%) και στο εμπόριο, ήταν σαφώς μικρότερη εκείνης προς τις επιχειρήσεις του αγροτικού τομέα.

Ο περιορισμός της ρευστότητας και η μεγάλη πτώση της τραπεζικής χρηματοδότησης των αγροτικών συνεταιρισμών, αλλά και των επιχειρήσεων του αγροτικού τομέα, σε συνδυασμό και με το σημαντικό ύψος των επιτοκίων δανεισμού, αποτελούν ζητήματα πρώτης προτεραιότητας, που οφείλουν να αντιμετωπιστούν άμεσα.

11. Φορολόγηση αγροτών και κτηνοτρόφων

Το φορολογικό των αγροτών και κτηνοτρόφων πρέπει να τεθεί σε νέα δικαιότερη βάση, ώστε να επιτρέπει την βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων. Μεταξύ των άλλων προτείνονται μέτρα όπως:

  • Αφορολόγητο όριο αγροτών- κτηνοτρόφων τουλάχιστον μέχρι 12.000 €
  • Απαλλαγή από την υποχρέωση τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχείων των αγροτών με ετήσια ακαθάριστα έσοδα κατώτερα των 30.000 ευρώ
  • Απαλλαγή από την υποχρέωση τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχείων των αγροτών με ετήσια δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης κατώτερα των 10.000 ευρώ
  • Επαναφορά του συντελεστή φορολόγησης στο 5% για τη ζωική παραγωγή (κτηνοτροφία και αλιεία ) και στο 10% για την φυτική παραγωγή ,όπως ίσχυε μέχρι πρόσφατα.
  • Κατάργηση του ν4223 (ΕΝΦΙΑ ) για όλα τα αγροτικά ακίνητα.
  • Μείωση ΦΠΑ στις εισροές ( π.χ. λιπάσματα, ζωοτροφές, φυτοφάρμακα ) από 13% με 23% που είναι σήμερα στο 6 % -7 %.
  • Μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα από το 13% που είναι σήμερα στο 4%, όπως ήδη εφαρμόζεται σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία.
  • Παροχή φορολογικών κινήτρων στους ιδιοκτήτες αγροτικής γης μη κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, ώστε να ενοικιάζουν τη γη τους για χρήση αγροτική-κτηνοτροφική έναντι συγκεκριμένου χαμηλού ενοικίου ή να την πωλούν. Να ληφθεί υπόψη ότι στην Ελλάδα η γη κατά μεγάλο ποσοστό δεν ανήκει στους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες - κτηνοτρόφους αλλά σε μικρούς παραγωγούς ή ιδιώτες οι οποίοι δεν είναι πρόθυμοι πάντα να προχωρήσουν σε ενοικίαση των εκτάσεών τους στους κτηνοτρόφους.

Επισημαίνεται ότι ο διπλασιασμός του συντελεστή φορολόγησης 13% από 5%-8% αποδείχθηκε στην πράξη δυσβάσταχτος για τον αγρότη και κτηνοτρόφο, όπως και η διαδικασία τήρησης βιβλίων για ένα μεγάλο τμήμα των αγροτών

Γ . Εφαρμογή νέας ΚΑΠ (1ος Πυλώνας)

Πέρασε ήδη ένας μήνας αφότου ισχύει στη χώρα μας η νέα ΚΑΠ και πολλές από τις εφαρμοστικές της διατάξεις δεν έχουν ακόμα εκδοθεί.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται με τις συνδεδεμένες ενισχύσεις και τις διαδικασίες του πρασινίσματος.

Ορισμένες πτυχές των συνδεδεμένων ενισχύσεων που σχετίζονται με την κτηνοτροφία και την παραγωγή πρωτεϊνούχων προϊόντων σε συνεννόηση με την Επιτροπή πρέπει να επανεξετασθούν. Αν κάτι τέτοιο δεν είναι άμεσα εφικτό τότε αυτό μπορεί να γίνει με την ενδιάμεση αξιολόγηση.

Θέση της ΠΑΣΕΓΕΣ είναι ότι το εφαρμοστικό πλαίσιο του πρώτου πυλώνα της νέας ΚΑΠ είναι ιδιαίτερα σημαντικό , διότι αφορά και επηρεάζει ουσιαστικά τη διαμόρφωση των δικαιωμάτων για ολόκληρη της τρέχουσα προγραμματική περίοδο , στην περίπτωση δε που δεν διευκρινισθούν άμεσα οι απαραίτητες εφαρμοστικές λεπτομέρειες και διαδικασίες θα προκύψουν σοβαρά προβλήματα δυσλειτουργίας σε ολόκληρο τον πρωτογενή τομέα.

Δ. Πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης 2014-2020 – αναπτυξιακά εργαλεία

Η ανταγωνιστικότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων αλλά και του τομέα μεταποίησης των γεωργικών προϊόντων της χώρας μας εξακολουθεί να υπολείπεται της αντίστοιχης των Κ. Μ. της Ε.Ε., το υψηλό κόστος παραγωγής χαρακτηρίζει την Ελληνική γεωργία, ενώ τα τελευταία χρόνια ενισχύθηκε και η τάση από-επένδυσης στον πρωτογενή τομέα .

Για την ΠΑΣΕΓΕΣ (πάγια από ετών θέση της) η πολλαπλή και δυναμική στήριξη των επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα είναι στρατηγικής σημασίας για την επιβίωση της Ελληνικής γεωργίας, με προτεραιότητα στις δαπάνες εκσυγχρονισμού, βελτίωσης της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων, εφαρμογής νέων τεχνολογιών/καινοτομιών, ορθολογικής χρήσης των πόρων και αξιοποίησης των παραπροϊόντων .

Τελικός στόχος θα πρέπει να είναι η παραγωγή πιστοποιημένων προϊόντων υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας, με δυνατότητες διείσδυσης στις πλέον απαιτητικές αγορές.

Δυστυχώς απουσιάζει σε όλη τη διάρκεια της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου ο αναγκαίος (για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς του) ρυθμός επενδύσεων στον αγροτικό τομέα, εξαιτίας της γενικότερης οικονομικής κρίσης, των αδυναμιών χρηματοδότησης των επενδύσεων από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αλλά και των ελλείψεων στο σχεδιασμό και την υλοποίηση του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013.

Τονίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013 βρίσκεται στο τέλος του, η απορρόφηση της Δημόσιας Δαπάνης στο πλέον κρίσιμο μέτρο που συνδέεται με τον εκσυγχρονισμό των αγροτικών εκμεταλλεύσεων (Σχέδια Βελτίωσης, μέτρο 121) παραμένει χαμηλή (66%), μια και το εμφανιζόμενο ποσοστό απορρόφησης αφορά, σε σημαντικό βαθμό, σε Δημόσια Δαπάνη της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου.

Εξάλλου χαμηλή (25,4%) παραμένει η απορρόφηση της Δημόσιας Δαπάνης του Προγράμματος στις επενδύσεις για τη μεταποίηση και εμπορία των αγροτικών προϊόντων (μέτρο 123Α ).

Επίσης ιδιαίτερα περιορισμένη εμφανίζεται η ποσοστιαία συμμετοχή του αγροτικού τομέα στις εγκεκριμένες επενδύσεις του επενδυτικού νόμου κατά τα τελευταία χρόνια.

Επισημαίνεται εξάλλου ότι μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία ουσιαστική πρόοδος ως προς τη συμβολή του Αγροτικού Ταμείου Εγγυοδοσίας για τη στήριξη των επενδύσεων του αγροτικού τομέα από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Απαιτούνται:

  • Συστηματική προσπάθεια από Ελληνικής πλευράς στα ευρωπαϊκά όργανα για την επίτευξη της παράτασης της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου κατά ένα έτος (ν+3) ώστε να μην χαθούν κοινοτικοί πόροι για τη χώρα μας (λόγω χαμηλής απορροφητικότητας) με τη μορφή των έργων-γεφυρών.
  • Η ριζική αλλαγή στο σχεδιασμό, στη δομή και τη λειτουργία του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 20014-2020, έτσι ώστε να αξιοποιηθούν άμεσα οι πόροι που διαθέτει, κυρίως για την στήριξη των επενδύσεων στην πρωτογενή αγροτική παραγωγή με έμφαση στην απλοποίηση των διαδικασιών, τον συντονισμό των δράσεων και την εκχώρηση δραστηριοτήτων και ευθυνών στις Περιφέρειες.
  • Η δημιουργία ευέλικτου συντονιστικού οργάνου με τη μορφή Ενδιάμεσου Φορέα κατά το πρότυπο υλοποίησης άλλων επιχειρησιακών προγραμμάτων της χώρας μας.
  • Δημιουργία ευέλικτων και αποτελεσματικών χρηματοδοτικών εργαλείων για χρηματοδότηση των επενδύσεων των αγροτών και των Φορέων τους με χαμηλό κόστος, κατά τα ισχύοντα σε άλλες χώρες, σύμφωνα και με αναλυτικές σχετικές προτάσεις της ΠΑΣΕΓΕΣ (π.χ. ενεργοποίηση σε νέες βάσεις του Τ.Α.Ε.).

Κατά το δυνατόν συντομότερη ενεργοποίηση των δράσεων – μέτρων του νέου ΠΑΑ, αλλά και του νέου επενδυτικού/αναπτυξιακού νόμου.

Ε. Θέσεις της ΠΑΣΕΓΕΣ επί της ομιλίας του Αν . Υπουργού κου Β. Αποστόλου στη Βουλή κατά τη διάρκεια των Προγραμματικών Δηλώσεων

Οι προγραμματικές δηλώσεις του Αναπληρωτή Υπουργού, όπως αυτές περιλαμβάνονται στην πρόσφατη ομιλία του στο πλαίσιο των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης, είναι καταρχήν σύμφωνες και περιλαμβάνονται στις πάγιες θέσεις πολιτικής της ΠΑΣΕΓΕΣ, οι οποίες έχουν διατυπωθεί και εκφραστεί δημόσια από χρόνια και οι οποίες αναλύθηκαν διεξοδικά παραπάνω(π.χ. κατάργηση ΕΝΦΙΑ, αφορολόγητο αγροτών, ορθή αξιοποίηση ΠΑΑ, στήριξη κτηνοτροφίας , μέτρα μείωσης του κόστους παραγωγής, προστιθέμενη αξία αγροτικών προϊόντων κλπ).

Η ΠΑΣΕΓΕΣ έχοντας μακρόχρονη εμπειρία στη διαμόρφωση αλλά και στην τεκμηρίωση θέσεων αγροτικής πολιτικής, τόσο στην χώρα μας , όσο και διεθνώς, εκπροσωπώντας και στηρίζοντας τα συμφέροντα του Έλληνα παραγωγού, παραμένει στη διάθεση της νέας Πολιτικής Ηγεσίας του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προκειμένου να συμβάλλει στην αναγκαία για τη χώρα μας αναπτυξιακή πορεία του πρωτογενή της τομέα.

Δείτε φωτογραφίες και βίντεο με δηλώσεις

https://www.facebook.com/media/set/?set=a.938932286139918.1073741892.289176864448800&type=1

https://www.youtube.com/watch?v=nKqW6qwuQ-8

https://www.youtube.com/watch?v=G_t_pxv31kA

https://www.youtube.com/watch?v=38Ub8iGUPNc