Skip to main content
10 11 2014 | 13:38

Νάουσα: Η πόλη των 11 οινοποιείων

Φτάνοντας στους πρόποδες του Βερμίου, στην ιστορική Νάουσα, με τις πρώτες εικόνες το σκηνικό παραπέμπει στο κρασί και όλες οι διαδρομές μέσα ή γύρω από την πόλη το υπενθυμίζουν διαρκώς. Σε κάθε περιήγηση στις καταπράσινες πλαγιές και τους λόφους το κύριο στοιχείο που τραβάει το μάτι είναι οι καλοσχηματισμένοι γραμμικοί αμπελώνες. Αυτή η πόλη είναι κατεξοχήν οινική. Το συνυπογράφει, άλλωστε και ο χαρακτηρισμός της, ως «Πόλη οίνου και Αμπέλου», ο οποίος της δόθηκε το 1987 από το Διεθνές Γραφείο Αμπέλου και Οίνου (OIV).

Η φήμη της Νάουσας ως οινοπαραγωγικό κέντρο οφείλεται στα 6.000 στρέμματα περίπου στα οποία καλλιεργείται μια από τις 4 ελληνικές ποικιλίες-πρεσβευτές του ελληνικού κρασιού, το Ξινόμαυρο. Η σημαντική ερυθρή ποικιλία, για πολλούς η πιο πολλά υποσχόμενη ελληνική, έχει έντονα χαρακτηριστικά και δυνατότητες, που αναγνωρίζονται από έμπειρους ουρανίσκους σε όλον τον κόσμο και μπορεί να στέκεται με αξιώσεις δίπλα σε πολλούς δύσκολους διεθνείς ανταγωνιστές. Το σίγουρο είναι ότι το «ελληνικό Nebbiolo», όπως το χαρακτηρίζουν αρκετοί, διανύει την καλύτερη περίοδο ποιοτικής ωριμότητας και εξωστρέφειας. Οι νέοι οινοποιοί έχουν κάνει μια διαφορετική προσέγγιση, σε επίπεδο καλλιέργειας και οινοποίησης, πιο σύγχρονη και προσφιλή στον οινόφιλο του σήμερα, ενώ ταυτόχρονα και η παλιά γενιά οινοποιών φαίνεται ότι παρακολουθεί τις εξελίξεις, ενώ ταυτόχρονα κρατάει όλα τα θετικά στοιχεία της παράδοσης. Χάρη σε αυτή την αποδοτική προσπάθεια, το Ξινόμαυρο σήμερα καταφέρνει να αποκαλύψει τα χαρίσματά του και να υπόσχεται ακόμα μεγαλύτερες απολαύσεις στο εγγύς μέλλον.

Για του λόγου το αληθές, περπατήσαμε στους αμπελώνες της Νάουσας, επισκεφτήκαμε τους παραγωγούς και δοκιμάσαμε τα κρασιά τους. Το Ξινόμαυρο είναι στα καλύτερα του…

Νάουσα... ιστορία και προνομιούχοι αμπελώνες

Οι παλιότερες αναφορές στο κρασί της Νάουσας βρίσκονται στον μύθο της Σεμέλης, της μητέρας του θεού Διόνυσου, που κατοικούσε στις πλαγιές του Βερμίου. Καθώς, όμως, ξετυλίγουμε το κουβάρι, συναντάμε πολλές αφηγήσεις και ακόμα περισσότερες περιγραφές και διακρίσεις, που υπογράφουν τη σημαντική οινική ιστορία της περιοχής. Το 1728, ο Μελέτιος, μητροπολίτης Αθηνών στη "Μελετίου Γεωγραφία" χαρακτήρισε τη Νάουσα πόλη ξακουστή για το κρασί. Ανάλογες αναφορές έκαναν και πολλοί ξένοι περιηγητές, όπως ο Pouqueville (1826), που αναφέρει ότι το κρασί της Νάουσας είναι εκ των πλέον εκλεκτών της Μακεδονίας και ο Cousinery (1831) που σημειώνει ότι ο οίνος της Νάουσας είναι για τη Μακεδονία ότι η Βουργουνδία για τη Γαλλία. Επομένως, θα λέγαμε ότι ο 19ος αιώνας ανέδειξε την οινοφόρο Νάουσα: τότε τα κρασιά της τοποθετήθηκαν ανάμεσα στα καλύτερα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και μπήκαν στα παλάτια της Κωνσταντινούπολης, της Βιέννης, της Ρωσίας και της Αιγύπτου. Λίγο αργότερα, στις αρχές του 20ού αιώνα, το εν λόγω ευοίωνο σκηνικό ανατράπηκε απότομα από τις καταστροφικές συνέπειες της φυλλοξήρας. Οι αμπελώνες περιορίστηκαν στα 500 στρέμματα και οι παραγωγοί εγκατέλειψαν το κρασί. Ευτυχώς στα μέσα του ίδιου αιώνα, οι αμπελουργοί της περιοχής επέστρεψαν στην παραδοσιακή ενασχόληση με νέες φυτεύσεις, που έδωσαν στο Ξινόμαυρο μια νέα δυναμική. Από τότε μέχρι σήμερα η Νάουσα έχει καταφέρει να εδραιώσει και να εξαπλώσει τη φήμη της σαν ζώνη παραγωγής κρασιών υψηλών προδιαγραφών.

Η προικισμένη αυτή ποικιλία το 1971 αναγνωρίστηκε ως Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ Νάουσα) και παρά τον δύστροπο και απαιτητικό της χαρακτήρα, στο έδαφος και στο κλίμα της Νάουσας ξεδιπλώνει τον πολυδύναμο χαρακτήρα της. Είναι αλήθεια ότι το οικοσύστημα την ευνοεί. Οι αμπελώνες είναι εγκατεστημένοι στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Βερμίου, σε υψόμετρο 150 έως 350m, με αποτέλεσμα να προφυλάσσονται από τους ψυχρούς βόρειους ανέμους και να επωφελούνται από τις ακτίνες του ήλιου. Ένα οδοιπορικό σε αυτά τα αμπελοτόπια, που βρίσκονται μέσα σε μια πανέμορφη φυσική αγκαλιά, είναι μαγευτικό. Η διαδρομή ξεκινάει από το Τρίλοφο και από εκεί κατά μήκος του Βερμίου, ακολουθούν: η επίσκεψη στην ορεινή Φυτεία, η απόβαση στη διάσημη κοινότητα της Στενήμαχου και η ξενάγηση στα περιποιημένα αμπέλια της Γάστρας. Από εκεί, με κατεύθυνση προς την Έδεσσα σειρά έχει το Γιαννακοχώρι με 750 στρέμματα, η Μαρίνα με 2.150 στρέμματα και τέλος η καρδιά της ζώνης Στράντζα.

Το Ξινόμαυρο Νάουσας… και οι άλλες ποικιλίες

Το Ξινόμαυρο, ή αλλιώς Ποπόλκα ή Μαύρο Ναούσης, είναι μια ποικιλία υψηλών επιδόσεων, που μπορεί να δώσει διάφορους τύπους κρασιών: ερυθρά, ροζέ, λευκά, ήρεμα, αφρώδη, ξηρά ή γλυκά.

Στην περίπτωση των ερυθρών κρασιών, οι οίνοι ΠΟΠ Νάουσας παλαιώνουν τουλάχιστον ένα χρόνο σε γαλλικά δρύινα βαρέλια, έχουν χαρακτηριστικό άρωμα ντομάτας, το οποίο διανθίζεται με νότες ελιάς, φραγκοστάφυλου, βιολέτας και μπαχαρικών. Στο στόμα κύριο στοιχείο είναι η υψηλή οξύτητα και οι δυναμικές ταννίνες. Όταν παλαιώσουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα η μύτη εμπλουτίζεται, το στόμα μαλακώνει, οι ταννίνες σμιλεύονται-στρογγυλεύουν. Αυτό τα κάνει πιο προσιτά γευστικά και έτσι κερδίζουν ακόμα και αυτούς που «φοβούνται» τον ατίθασο χαρακτήρα που τα συνοδεύει κατά τη διάρκεια της πρώτης νεότητας. Τα ροζέ κρασιά από ξινόμαυρο έχουν ευχάριστη μύτη φρούτων με γεμάτο σώμα, τα αφρώδη είναι τραγανά και πλούσια, ενώ τα λευκά έχουν φινετσάτα αρώματα και λιπαρό στόμα. Στους αμπελώνες της Νάουσας καλλιεργούνται (σε μικρότερη έκταση) και άλλες ενδιαφέρουσες τοπικές ποικιλίες, όπως το λευκό Πρεκνιάρικο με έντονα αρώματα, μεσαία οξύτητα και υψηλό αλκοολικό τίτλο, η σπάνια ερυθρή Σέφκα, ο Ροδίτης, αλλά και διεθνείς ποικιλίες όπως το Merlot και το Syrah. Από αυτές τις ποικιλίες, με συμμετοχή και του Ξινόμαυρου, προέρχονται οι «τοπικοί οίνοι Ημαθίας». Το Ξινόμαυρο, ο πρωταγωνιστής της ζώνης, τα τελευταία χρόνια έχει όλο και αυξανόμενη δημοτικότητα. Από κρασί για λίγους, ενημερωμένους οινόφιλους είναι πλέον δημοφιλές σε ένα ευρύτερο κοινό, που αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα και την πολυχρηστικότητά του στο καθημερινό τραπέζι, δίπλα σε κόκκινα κρέατα, ελληνικά μαγειρευτά πιάτα και πικάντικα τυριά. Οι επιλογές σε ετικέτες είναι πάρα πολλές… Γι’ αυτό και εμείς συνεχίζουμε το ταξίδι στα οινοποιεία της περιοχής, για να δοκιμάσουμε και να σας προτείνουμε τις καλύτερες.

Οι παραγωγοί και τα κρασιά

Τα οινοποιεία της Νάουσας συνθέτουν μια μεγάλη πολύχρωμη βεντάλια. Από μικρά οικογενειακά, παραδοσιακά ή μοντέρνα, μέχρι μεγάλα και εμβληματικά, παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη πολυμορφία. Την ίδια πολυμορφία παρουσιάζουν και οι οινοποιοί που βρίσκονται πίσω από τα κρασιά της περιοχής. Πάμε να τους γνωρίσουμε…

Αργατία (Οινοποιία)

Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης και η Χαρούλα Σπινθηροπούλου δημιούργησαν το 2000 ένα μικρό μοντέρνο οινοποιείο στην περιοχή Ροδοχώρι, μια ανάσα από τη Νάουσα. Ταυτόχρονα, επέλεξαν με προσοχή τους αμπελώνες τους σε δυο βασικές ζώνες, στο Κράσνα Ροδοχωρίου και στη Λάκκα Γιαννακοχωρίου. Η καλλιέργειά με βάση τις ποικιλίες ξινόμαυρο, νεγκόσκα, μοσχόμαυρο, μαλαγουζιά, ασύρτικο και αθήρι είναι αυστηρά βιολογική. Η ξενάγηση στο οινοποιείο περιλαμβάνει μύηση στις αρχές της βιολογικής καλλιέργειας και γευστική δοκιμή των κρασιών. Εμείς, από τα κρασιά που δοκιμάσαμε, ξεχωρίσαμε μεταξύ άλλων το Αργατία Ξινόμαυρο 2009.

Vaeni

Δεν είναι τυχαίο ότι ο οινοποιητικός συνεταιρισμός Νάουσας συγκαταλέγεται στους αξιόλογους και υγιείς συνεταιρισμούς. Ιδρύθηκε το 1983, με τη συνέργεια 330 αμπελουργών, διαθέτει 236 στρέμματα ιδιόκτητων αμπελώνων και σήμερα αντιπροσωπεύει το 50% της παραγωγής στην περιοχή εξάγοντας συγχρόνως μεγάλη ποσότητα κρασιών σε πολλές χώρες του εξωτερικού. Ο πρώτος τρύγος πραγματοποιήθηκε το 1984 και από τότε δεν έχει σταματήσει η αναπτυξιακή πορεία και βελτίωση των κρασιών. Το οινοποιείο είναι εξοπλισμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας και παράγει μια μεγάλη γκάμα κρασιών, ΠΟΠ Νάουσα, καθώς και λευκά ή ροζέ κρασιά από ξινόμαυρο και άλλες ποικιλίες. Εμείς, από τα κρασιά που δοκιμάσαμε ξεχωρίσαμε μεταξύ άλλων το Νaoussa Grande Reserve 2006.

Δαλαμάρα (Οινοποιείο)

Από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, ο Ιωάννης Γεωργίου Δαλαμάρας δημιούργησε τον πρώτο αμπελώνα στη ζώνη της Νάουσας. Από τότε μέχρι σήμερα, η οικογένεια δεν έχει σταματήσει να εργάζεται στους αμπελώνες και στην παραγωγή κρασιού. Σήμερα υπεύθυνος είναι ο Κωνσταντίνος Δαλαμάρας, που συνεχίζει πιστά την παράδοση. Τα κρασιά Δαλαμάρα είναι αποτέλεσμα της αγάπης, των ανησυχιών και των εμπειριών 5 γενιών της οικογένειας. Εμείς, από τα κρασιά που δοκιμάσαμε ξεχωρίσαμε μεταξύ άλλων το Παλιοκαλάς 2011

Διαμαντάκου (Κτήμα)

Ένας οικογενειακός αμπελώνας 40 στρεμμάτων στους πρόποδες του Βερμίου σε υψόμετρο 280μ., με το οινοποιείο στο κέντρο δίνει υπόσταση σε μια εκμετάλλευση που συγκαταλέγεται στις νέες ποιοτικές εκπλήξεις της περιοχής. Προσεχτική καλλιέργεια του ξινόμαυρου και της σπάνιας λευκής ποικιλίας πρεκνιάρικο, έμπειρη οινοποίηση και μια υπόγεια κάβα παλαίωσης, οδηγούν στην παραγωγή κρασιών αξιοσημείωτης ποιότητας. Εμείς από τα κρασιά που δοκιμάσαμε ξεχωρίσαμε μεταξύ άλλων το Νάουσα 2009.

Κελεσίδη (Κτήμα)

Στην καρδιά της οινοποιητικής ζώνης του ξινόμαυρου, στο Γιαννακοχώρι, βρίσκεται το κτήμα Κελεσίδη, με κύριο χαρακτηριστικό ένα πέτρινο παραδοσιακό οινοποιείο. Το κτήμα δημιουργήθηκε με σκοπό την παραγωγή ποιοτικών κρασιών, αντιπροσωπευτικών της περιοχής. Η έμφαση στην καλή πρώτη ύλη και το μεράκι της οικογένειας στην προσεγμένη διαδικασία παραγωγής, έδωσε ως αποτέλεσμα κρασιά που ξεχωρίζουν για τα οργανοληπτικά τους χαρακτηριστικά και την ιδιαίτερη γεύση τους. Εμείς από τα κρασιά που δοκιμάσαμε ξεχωρίσαμε μεταξύ άλλων τον Ευωδέα 2008.

Κόκκινος (Οινοποιείο)

Το κτήμα Κόκκινου παράγει κρασιά από τις τοπικές ποικιλίες ξινόμαυρο, νεγκόσκα, ναουσαίικο, σέφκα και πεκνιάρικο, με μεγαλύτερη έμφαση στο ξινόμαυρο. Οι αμπελώνες της οικογένειας βρίσκονται σε 3 στρατηγικές τοποθεσίες: 12 στρέμματα στη Γάστρα, 12 στον Παλιοκαλιά και άλλα 12 στο Δαλαμάρι. Το οινοποιείο είναι το νεότερο στην περιοχή. Βρίσκεται στο κέντρο της Νάουσας και δημιουργήθηκε με πολύ αγάπη και φροντίδα από την οικογένεια Κόκκινου. Οι χώροι του οινοποιείου είναι προσεγμένοι με την αίθουσα της γευσιγνωσίας να ξεχωρίζει για την παραδοσιακή της διακόσμηση και τη ζεστασιά της. Εμείς, από τα κρασιά που δοκιμάσαμε ξεχωρίσαμε μεταξύ άλλων το Κόκκινος 2010.

Κυρ- Γιάννη (Κτήμα)

Το Κτήμα Κυρ- Γιάννη συνεχίζει μια μακρά οικογενειακή παράδοση στην παραγωγή οίνων υψηλής ποιότητας. Η ιστορία του συγκεκριμένου κτήματος αρχίζει το 1997 από τον Γιάννη Μπουτάρη και συνεχίζει να εξελίσσεται μέχρι σήμερα υπό την καθοδήγηση του Στέλιου Μπουτάρη. Αυτό που παραμένει σταθερό είναι η φιλοσοφία του κτήματος σε ό,τι αφορά την ολοκληρωμένη καλλιέργεια και τη δημιουργία κρασιών με πολυδιάστατο χαρακτήρα, αρωματική φινέτσα και δυνατότητα παλαίωσης. Η παραγωγή γίνεται στο οινοποιείο, που βρίσκεται στο Γιαννακοχώρι, ένα πανέμορφο αναπαλαιωμένο και επισκευασμένο διατηρητέο κτίσμα. Οι ιδιόκτητοι αμπελώνες, που αγγίζουν τα 500 στρέμματα, βρίσκονται στην ίδια περιοχή, σε υψόμετρο 250-300m και καλλιεργούνται κυρίως με ξινόμαυρο. Όλα τα κρασιά του κτήματος είναι ελκυστικά στον καταναλωτή. Από τα κρασιά που δοκιμάσαμε, ξεχωρίσαμε μεταξύ άλλων το Διάπορο 2011.

Mαρκοβίτης

Ο Μάρκος Μαρκοβίτης, τρίτης γενιάς οινοποιός, συνεχίζει την παράδοση στα χνάρια του πατέρα του Δημήτρη και του παππού του, ο οποίος δημιούργησε το οινοποιείο της οικογένειας. Η οικογένεια ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την καλλιέργεια και την εμφιάλωση του ξινόμαυρου. Με μεγάλη προσήλωση, φροντίδα και πάθος, ο στόχος του Μάρκου είναι η ανάδειξη των τυπικών χαρακτηριστικών της Νάουσας. Η προσπάθεια αυτή καθρεπτίζεται στη μοναδική και ιστορική ετικέτα που κυκλοφορεί το οινοποιείο, το Chateau Πήγασος. Εμείς από τις χρονιές που δοκιμάσαμε, ξεχωρίσαμε μεταξύ άλλων το Chateau Πήγασος 2007.

Μελιτζανή (Κτήμα)

Η οικογένεια Μελιτζανή ασχολείται με το αμπέλι και το κρασί από το 1918. Οι ιδιόκτητοι αμπελώνες του κτήματος, (30 στρέμματα), βρίσκονται στη Γάστρα, ενώ το παραδοσιακό οινοποιείο είναι στην καρδιά της Νάουσας. Σήμερα, στο τιμόνι της εταιρείας είναι η τρίτη γενιά, η Ελισάβετ Μελιτζανή και ο Στέλιος Γιαμαλίδης, που αφιερώνουν τον περισσότερο χρόνο τους στην ποιοτική βελτίωση των κρασιών. Η παραγωγή τους αγγίζει ετησίως της 20.000 φιάλες, από τις οποίες το μεγαλύτερο ποσοστό αφορά την ΠΟΠ ετικέτα Νάουσα. Εμείς, από τα κρασιά που δοκιμάσαμε ξεχωρίσαμε μεταξύ άλλων το Νάουσα 2010.

Τσάνταλης

Πριν από 130 σχεδόν χρόνια, η οικογένεια Τσάνταλη ξεκίνησε την καλλιέργεια αμπελιού και την παραγωγή κρασιών στη βορειοανατολική Ελλάδα. Το 1938 δημιούργησε το πρώτο οινοποιείο στις Σέρρες και μερικά χρόνια αργότερα, το 1948, το δεύτερο στη Νάουσα. Σήμερα, διαχειρίζεται περίπου 1.000 εκτάρια σε 14 ξεχωριστές ζώνες και αποτελεί σημείο αναφοράς για το ελληνικό κρασί. Ειδικά το οινοποιείο της Νάουσας ελέγχει την καλλιέργεια 250 ιδιόκτητων στρεμμάτων ξινόμαυρου. Η ποσότητα αυτή, μάλιστα, δεν είναι επαρκής και συμπληρώνεται με επιπλέον 700 τόννους σταφυλιού, από 100 επιλεγμένους αμπελουργούς της περιοχής. Αυτά τα σταφύλια χρησιμοποιούνται στην παραγωγή του ΠΟΠ Νάουσας. Από τα κρασιά που δοκιμάσαμε, ξεχωρίσαμε μεταξύ άλλων το Νάουσα Reserve 2010.

Φουντή (Κτήμα)

Η μικρή, σύγχρονη οικογενειακή μονάδα του Νικόλαου Φουντή, βρίσκεται στην καταπράσινη περιοχή της Νέας Στράντζας, περίπου 4χλμ. έξω από τη πόλη της Νάουσας. Οι ιδιόκτητοι αμπελώνες απλώνονται σε 4 περιοχές και καλλιεργούνται υπό την επίβλεψη της οικογένειας, με τις ποικιλίες ξινόμαυρο και merlot. To οινοποιείο ολοκληρώθηκε το 1998 και αποτελεί μια πρότυπη μονάδα δυναμικότητας 200 τόννων. Τα κρασιά που παράγονται είναι συνδυασμός της παράδοσης και της σύγχρονης τεχνολογίας. Εμείς από τα κρασιά που δοκιμάσαμε ξεχωρίσαμε, μεταξύ άλλων τη Ναουσαία 2008.

Πηγή: athinorama.gr