Skip to main content
10 10 2014 | 12:51

Τα μυστικά της φύτευσης μαρουλιού

Το καλλιεργούμενο μαρούλι θεωρείται ότι κατά πάσα πιθανότητα προήλθε είτε από το άγριο μαρούλι, το οποίο συναντάται ως ζιζάνιο στην Κρήτη και σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, είτε από διασταυρώσεις με άλλα άγρια είδη. Πριν από τη χρήση του ως τροφή του ανθρώπου χρησιμοποιήθηκε για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες ως παυσίπονο. Ο χυμός του ήμερου μαρουλιού (L. Sativa) είναι φαρμακευτικός και λαμβάνεται από τομές που γίνονται στον ανθοφόρο βλαστό του φυτού. Φαρμακευτικό είναι επίσης και το «θριδάκινον ύδωρ», το οποίο λαμβάνεται μετά από απόσταξη των φύλλων του μαρουλιού.

Το μαρούλι, ως φυτό ψυχρής εποχής, ευδοκιµεί καλύτερα στη χώρα µας κατά την περίοδο του φθινοπώρου μέχρι την άνοιξη, ενώ πρόκειται για φυτό μεγάλης ημέρας. Για κάθε καλλιέργεια αρχικά γίνεται προετοιμασία του εδάφους. Η προετοιμασία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ένα αρχικό σβάρνισμα ή θρυμματισμό με καταστροφέα των υπολειμμάτων της προηγούμενης καλλιέργειας, που ακολουθείται με όργωμα με καλλιεργητή και μετά ξανά με σβάρνισμα. Μετά την εδαφοκατεργασία και την προσθήκη εδαφοβελτιωτικών (π.χ. οργανική ουσία, κομπόστ), προετοιμάζεται ο χώρος που θα δεχθεί τα σπορόφυτα του μαρουλιού. Συνήθως χρησιμοποιούνται αυλάκια ή σαμάρια 1-6 γραμμών.

Η φύτευση των φυτών (γυμνόρριζα ή με μπάλα χώματος) γίνεται είτε με το χέρι είτε με ειδικές μηχανές. Οι αποστάσεις φύτευσης εξαρτώνται κυρίως από τον τύπου μαρουλιού που πρόκειται να καλλιεργηθεί και οι τύποι που σχηματίζουν κεφαλή φυτεύονται σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Οι αποστάσεις φύτευσης στην Ελλάδα κυμαίνονται σε 30-40 εκ. και προς τις δύο κατευθύνσεις ή σε αποστάσεις 30-50 εκ. μεταξύ των γραμμών και 25-35 εκ. επί της γραμμής. Πάντως η καλλιέργεια του μαρουλιού στη Β. Ευρώπη γίνεται σε ακόμη μικρότερες αποστάσεις (έως και 20x15 εκ.), που μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη πυκνότητα φυτών ανά στρέμμα. Πριν τη μεταφύτευση, το έδαφος πρέπει να αρδευτεί. Μετά τη μεταφύτευση ακολουθεί ελαφρό πότισμα (μερικών λεπτών της ώρας) κατά προτίμηση με καταιονισμό, ώστε το επιφανειακό στρώμα του εδάφους να φτάσει και πάλι στο σημείο υδατοϊκανότητάς του. Μετά τη μεταφύτευση το φυτό απορροφά νερό μόνο από τα επιφανειακά 3-4 εκ. εδάφους γι’ αυτό είναι σημαντικό το επιφανειακό στρώμα να διατηρείται υγρό.

Η λίπανση που εφαρμόζεται πριν τη μεταφύτευση (βασική λίπανση) περιλαμβάνει την ενσωμάτωση (σε βάθος περίπου 30 εκ.) 10 τόνων χωνεμένης κοπριάς/στρέμμα. Αν δεν πραγματοποιηθεί χημική ανάλυση εδάφους για τον ακριβή υπολογισμό των απαιτούμενων ποσοτήτων λιπασμάτων, τότε συνήθως ενσωματώνονται 50-75 κιλά τριπλού υπερφωσφορικού ανά στρέμμα, 30-40 κιλά θειικού καλίου ανά στρέμμα ή σύνθετα λιπάσματα (11-15-15, 14-22-9) σε ποσότητα 50-100 κιλά το στρέμμα. Η επιφανειακή λίπανση γίνεται με αζωτούχα λιπάσματα (ασβεστούχο νιτρική αμμωνία ή νιτρική αμμωνία) που προστίθενται σε περιόδους περίπου 20 ημερών. Η προσθήκη των αζωτούχων λιπασμάτων πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή και όχι σε υψηλές ποσότητες, γιατί αυξάνεται η συσσώρευση νιτρικών στα φύλλα. Αν δεν πραγματοποιηθεί βασική λίπανση και τα κύρια θρεπτικά στοιχεία (άζωτο, φώσφορος, κάλι) δίνονται μαζί με το νερό ποτίσματος (μέχρι 1 εβδομάδα πριν τη συγκομιδή), τότε οι συγκεντρώσεις τους είναι 100 ppm αζώτου, 30-50 ppm φωσφόρου και 150-200 ppm καλίου.

Χρησιμοποιήθηκαν οι πηγές: «Βιολογική καλλιέργεια μαρουλιού στην Κρήτη», της φοιτήτριας Μαρίνας Ζούμη, Ηράκλειο 2009, «Αξιολόγηση υποστρωµάτων µε µίγµατα ανόργανων υλικών και πριονίδι σε υδροπονική καλλιέργεια µαρουλιού», της φοιτήτριας Μαρίας - Ειρήνης Χριστουλάκη, Ηράκλειο 2010.

Πηγή: Κατερίνα Καπώνη, c-gaia.gr