Skip to main content
13 09 2017 | 09:47

«Βαλτζής»: Η εταιρεία από τη Μεσσηνία που έκανε τα ελληνικά σύκα παγκοσμίως γνωστά

«Βαλτζής»: Η εταιρεία από τη Μεσσηνία που έκανε τα ελληνικά σύκα παγκοσμίως γνωστά

Η εταιρεία «Μενέλαος Βαλτζής ΒΕΚΑΠ Ε.Π.Ε.» είναι ένα από τα παλαιότερα και πιο έμπειρα κονσερβοποιεία στην Ελλάδα, αλλά και ολόκληρης της περιοχής των Βαλκανίων.

Ιδρύθηκε το 1910 από τον Μενέλαο Βαλτζή ο οποίος προερχόμενος από την εύφορη γη του Αϊδινίου της Μικράς Ασίας, πολυταξιδεμένος, αποφάσισε να δημιουργήσει το δικό του αγρόκτημα με σύκα στη Μεσσηνία και την ίδια χρονιά έκανε τις πρώτες εξαγωγές…

Ουσιαστικά ήταν ο πρώτος παραγωγός και εξαγωγέας Ελληνικών σύκων και ο άνθρωπος που έκανε τα πράσινα σύκα παγκοσμίως γνωστά.

Σήμερα, το όνομα «Βαλτζής» είναι παγκοσμίως γνωστό και τα καλαίσθητα και ποιοτικά προϊόντα της εταιρείας, που προέρχονται αποκλειστικά από τον πλούτο της Μεσσηνιακής γης, σερβίρονται σε κάθε τραπέζι, σε πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο.

Στο «τιμόνι» της εταιρείας βρίσκεται ο δισέγγονος, Μενέλαος Γερονικολός, 4η γενιά της οικογένειας Βαλτζή, αποφασισμένος να συνεχίσει την υπεραιωνόβια πορεία της εταιρείας.

Το «Θάρρος» τον συνάντησε, την ώρα που οι «μηχανές» της εταιρείας δούλευαν στο «φουλ» για τη φετινή… αρκετά δύσκολη παραγωγή και μας μίλησε για την εταιρεία, τις δυσκολίες των εξαγωγικών εταιρειών σήμερα στη χώρα μας, για τον πρωτογενή τομέα που αποτελεί «μονόδρομο» για να ορθοποδήσει η χώρα μας, αλλά και για τα μελλοντικά σχέδια της εταιρείας, ψάχνοντας συνεχώς για νέες ιδέες για νέα καινοτόμα προϊόντα, πάντα με βάση την ανεκτίμητη προσφορά της Μεσσηνιακής γης.

Τι δείχνουν τα στοιχεία για τη φετινή παραγωγή;

Η φετινή παραγωγή ήταν από τις χειρότερες των τελευταίων ετών, αφού οι καιρικές συνθήκες δε βοήθησαν καθόλου, ειδικότερα ο καύσωνας του Ιουλίου αλλά και ότι όλο το καλοκαίρι δεν έβρεξε.

Η Μεσσηνία πλέον έχει αρκετούς συκεώνες ώστε να καλύπτει τις ανάγκες σας;

Σε σχέση με τα παλιότερα χρόνια η παραγωγή είναι πολύ μειωμένη, αφού πλέον δεν υπάρχουν αρκετοί συκεώνες.Στο παρελθόν η Μεσσηνία παρήγαγε πάνω από 5.000 τόνους σύκα, ενώ πλέον αυτό το νούμερο, στην καλύτερη δυνατή χρονιά, δε μπορεί να ξεπεράσει τους 3.000 τόνους.

Δυστυχώς οι παραγωγοί και με την αδιαφορία του κράτους γύρισαν την πλάτη στη συγκεκριμένη καλλιέργεια, κάτι που θεωρούμε ολέθριο σφάλμα.

Πρόκειται για μια καλλιέργεια που προσφέρει ένα φρούτο που έχει μεγάλη ζήτηση σε όλο τον κόσμο. Για το λόγο αυτό θα πρέπει το κράτος και οι παραγωγοί να ξαναεξετάσουν το θέμα αυτό, ώστε η Μεσσηνία να στραφεί ξανά στη συκοκαλλιέργεια.

Μιλάτε για νέες καλλιέργειες, όμως πόσο δύσκολη είναι η συγκεκριμένη; Βλέπετε τους νέους να σκέφτονται να ασχοληθούν με αυτή και γενικότερα με τον πρωτογενή τομέα;

Είναι μια εύκολη καλλιέργεια, αφού σαν δέντρο η συκιά δεν έχει πολλές απαιτήσεις αρκεί βέβαια να βοηθήσουν και οι καιρικές συνθήκες. Πρόκειται για ένα δέντρο που δεν χρειάζεται πολλά λιπάσματα, η φροντίδα που θέλει είναι πολύ μικρή.

Τέλος, το πολύ σημαντικό για έναν καλλιεργητή είναι ότι η συκιά αποδίδει καρπούς κάθε χρόνο, δηλαδή δεν είναι σαν την ελιά που κάθε χρόνο δεν έχει σταθερή ποσότητα παραγωγής.

Ακόμα, το δέντρο ξεκινά να δίνει σύκα από νωρίς, ειδικότερα, περίπου από τα τρία χρόνια, ενώ μετά τα έξι δίνει πολύ καλές ποσότητες.

Σχετικά με τη στροφή των νέων στις καλλιέργειες, βλέπουμε νέους να έρχονται στο εργοστάσιο και να ρωτούν πράγματα για την καλλιέργεια της συκιάς, κάτι που το θεωρούμε αισιόδοξο.

Γενικότερα, θεωρούμε ότι με κάποιο τρόπο πρέπει να πείσουμε τους νέους να στραφούν στον πρωτογενή τομέα, ένα τομέα με ευκαιρίες και πολύ λιγότερο ρίσκο από το να πάει ένας νέος να ανοίξει μια καφετέρια ή άλλο κατάστημα. Ο πρωτογενής τομέας έχει μέλλον, όπως άλλωστε όλοι γνωρίζουμε, η Ελλάδα μπορεί να επιβιώσει από δύο πράγματα, από τον τουρισμό και τον πρωτογενή τομέα.

Πέρα από τη Μεσσηνία πού άλλου καλλιεργούνται σύκα;

Τσαπελόσυκα, σαν αυτά δηλαδή που επεξεργαζόμαστε εμείς σαν εταιρεία, υπάρχουν και στη Λακωνία. Από εκεί και πέρα συκιές σε μεγάλη έκταση υπάρχουν στην Εύβοια, που αξίζει να σημειωθεί ότι πριν 10 χρόνια στην περιοχή δε γινόταν παραγωγή άνω των 1.000 τόνων ενώ πλέον κάνει 3.500 τόνους, αφού οι παραγωγοί στράφηκαν στις συκιές παρ’ ότι οι καιρικές συνθήκες σε αυτή την περιοχή δεν είναι οι ιδανικότερες για την καλλιέργεια αυτή. Επίσης, σύκα παράγονται στο Μαρκόπουλο Αττικής.

Στη Μεσσηνία παρατηρείται το φαινόμενο οι περισσότεροι να έχουν στραφεί στα ελαιόδεντρα;

Αυτό συμβαίνει και είναι λάθος, αφού με τη μονοκαλλιέργεια  παρατηρείται έλλειψη σε άλλα προϊόντα.Ακόμα, η καλλιέργεια της ελιάς έχει να αντιμετωπίσει πολύ σοβαρότερα προβλήματα που μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την παραγωγή, όπως π.χ. το δάκο και άλλες αρρώστιες που είχαμε την περυσινή χρονιά, που ήταν για την ελαιοκαλλιέργεια από τις χειρότερες των τελευταίων ετών.

Κάποια στιγμή θεωρούμε ότι πρέπει να δοθούν κατευθύνσεις οργανωμένα και να μην υπάρχει μονοκαλλιέργεια στη Μεσσηνία, αλλά και σε όλη τη χώρα.

Ζήτηση για το συγκεκριμένο φρούτο υπάρχει;

Η ζήτηση για τα σύκα είναι πραγματικά φοβερή, μακάρι να μπορούσαμε να έχουμε στα χέρια μας τη διπλή ποσότητα, αφού θα μπορούσαμε να την πουλήσουμε με το ενδιαφέρον που υπάρχει. Γενικότερα, υπάρχει μια στροφή των καταναλωτών στα λεγόμενα σούπερ φούντς και γι’ αυτό και η μεγάλη ζήτηση.

Είστε μια παλιά επιχείρηση της Μεσσηνίας, μιλήστε μας για το παρελθόν

Η επιχείρηση ξεκινά από τον προπάππου το 1910, ο οποίος ήταν από τη Μικρά Ασία. Τότε η Τουρκία είχε πολλά σύκα. Ο ίδιος είχε ταξιδέψει και στην Καλιφόρνια,  που σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν και είναι πολύ σημαντικός παραγωγός σύκων.

Όταν επέστρεψε από την Καλιφόρνια όπου γνώρισε την αποξήρανση των σύκων, έτυχε να βρεθεί στην Καλαμάτα, είδε αυτό που έβλεπε στο σπίτι του στη Μικρά Ασία, δηλαδή ατελείωτους συκεώνες. Τα παραπάνω ήταν αρκετά για να αποφασίσει να δημιουργήσει στην Καλαμάτα ένα τυποποιητήριο, στην αρχή ξεκίνησε με τα αποξηραμένα σύκα και στη συνέχεια προχώρησε στην κονσερβοποίηση των νωπών σύκων.

Μάλιστα, ήταν το πρώτο κονσερβοποιείο στη Μεσσηνία, αλλά και από τα πρώτα στην Πελοπόννησο. Μια ακόμα πρωτιά τότε ήταν η εξαγωγή σύκων Καλαμάτας και γι’ αυτό δόθηκε και το brand name “Kalamata figs”, που υπάρχει μέχρι και σήμερα.

Τι άλλα προϊόντα παράγει η εταιρεία σας και σε ποιες χώρες έχει φτάσει;

Εμείς σαν εταιρεία κάνουμε φρέσκα σύκα, καθώς και φρέσκα σε ελαφρύ σιρόπι, ακόμα κάνουμε αποξηραμένα απλά αλλά και σε σιρόπι.

Επίσης, ασχολούμαστε με αγκινάρες, που πρέπει να επισημάνουμε ότι επίσης είναι ένα προϊόν που έχει μεγάλη ζήτηση, αλλά και αυτό πλέον είναι δυσεύρετο σε παραγωγή, ενώ ακόμα η εταιρεία μας ασχολείται με επιτραπέζιες ελιές και ελαιόλαδο.

Σχετικά με τις εξαγωγές που κάνουμε, οι κυριότερες αγορές μας είναι στην Αμερική, την Αγγλία, την Αυστραλία, την Ιαπωνία, την Κορέα, τη Νότια Αφρική και την Ισπανία.

Έχετε μπει σε πολλές αγορές, πόσο δύσκολο είναι  αυτό και πως μπορεί μια επιχείρηση να το πετύχει;

Για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτές τις αγορές έχει παίξει μεγάλη σημασία η συμμετοχή μας σε εκθέσεις, ακόμα μετρά η οργάνωση που υπάρχει, καθώς και τα πιστοποιητικά ποιότητας που έχουμε καταφέρει να αποκτήσουμε. Μπορεί να ακούγεται εύκολο, αλλά δεν είναι, αφού ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος κυρίως από το εξωτερικό, όπως με χώρες σαν την Τουρκία, την Ισπανία αλλά και άλλες. Έτσι, καθημερινά δίνεται μια μάχη τιμών που αυτές τελικά καθορίζουν το παιχνίδι των εξαγωγών, παρ’ όλα αυτά όμως, πιστεύουμε ότι τα Ελληνικά προϊόντα έχουν μεγάλη ζήτηση.

Εσείς είστε ο Βενιαμίν και συνεχιστής της εταιρείας, ήταν μια εύκολη απόφαση;

Η αλήθεια είναι πως όχι, όταν γύρισα από τις σπουδές μου στο εξωτερικό είχα αποφασίσει να στραφώ σε άλλο κλάδο κάτι που έκανα αρχικά, αλλά τελικά αποφάσισα, μετά από παρότρυνση του αδελφού μου που ζει στην Αγγλία, να συνεχίσω την εταιρεία. Όπως μου είπε τότε, ότι και να γίνει τα τρόφιμα δεν θα πεθάνουν ποτέ. Έτσι λοιπόν εγώ μπήκα στην εταιρεία.

Τα σχέδιά σας;

Σχέδια και όνειρα υπάρχουν, όμως έχουμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλοι οι επιχειρηματίες στη χώρα μας. Έχουμε ένα κράτος που δε βοηθά τις εξαγωγές και ο κάθε επαγγελματίας προσπαθεί μόνος του να προχωρήσει.

Πέραν όμως αυτού, υπάρχει και το άλλο πρόβλημα που είναι της υψηλής φορολογίας, που αντιμετωπίζουν όλες οι επιχειρήσεις, είτε ασχολούνται με τις εξαγωγές είτε όχι. Επίσης, το τραπεζικό σύστημα δεν χορηγεί στις επιχειρήσεις σχεδόν καθόλου ή τους χορηγεί ανεπαρκείς χρηματοδοτήσεις για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης, με όλα τα δυσμενή για αυτές επακόλουθα.

Παρά τα παραπάνω προβλήματα όμως, εμείς δε σταματάμε και καθημερινά αναζητούμε νέα προϊόντα. Έτσι, κάθε χρόνο δημιουργούμε πάνω από πέντε νέα προϊόντα, τα οποία τεστάρουμε με ανθρώπους του εργοστασίου  αρχικά και στη συνέχεια τα δοκιμάζουν πελάτες μας στο εξωτερικό. Πηγή: Παναγιώτης Μπαμπαρούτσης και Κώστας Γαζούλης, tharrosnews.gr